Το αστάθμητο 2026, η Δύση, η ΕΕ και η Ελλάδα – Θα επιλεγεί ο πόλεμος ως διέξοδος για την υπερχρεωμένη Δύση…;

Γράφει ο Βασίλης Βιλιάρδος

Οι προβλέψεις για το 2026 είναι δύσκολες – αφού υπάρχουν πολλοί αστάθμητοι παράγοντες. Στην Ευρώπη, μαίνεται ο πόλεμος της Ουκρανίας που δεν φαίνεται πως θα τελειώσει σύντομα – κυρίως λόγω της στάσης των Ευρωπαίων που όμως συνεχίζουν τη δουλική τους σχέση με τις ΗΠΑ, παρά το ότι μας εκμεταλλεύονται για να διατηρήσουν το δικό τους σχετικό πλούτο.

Εν προκειμένω, είναι αδιανόητες οι δεσμεύσεις της von der Leyen για την αγορά φυσικού αερίου και πετρελαίου αξίας 750 δις, σε τριπλάσιο κόστος από το ρωσικό – με αντάλλαγμα την επιβολή δασμών 15% και όχι 30% στις εξαγωγές της ΕΕ! Όπως άλλωστε και η δέσμευση για ευρωπαϊκές επενδύσεις στην αμερικανική επικράτεια – αφού έτσι στηρίζονται οι ανταγωνιστές των Ευρωπαίων.

Βέβαια η ευρύτερη στάση της Γερμανίας, η οποία χρησιμοποιεί τον πόλεμο ως πρόσχημα για να επανεξοπλιστεί, είναι αμφιλεγόμενη – πόσο μάλλον όταν ο καγκελάριος της αναφέρεται σε Pax Germanica, θεωρώντας πως έχουμε ξεχάσει τα γερμανικά πολεμικά εγκλήματα. Το ότι βύθισε την ήπειρο μας δύο φορές μέσα σε μισό αιώνα σε δύο αιματηρούς παγκοσμίους πολέμους – για τους οποίους δεν ήταν υπεύθυνοι κάποιο ναζί, αλλά οι ίδιοι οι Γερμανοί.

Επίσης αδιανόητη είναι η υστερική συμπεριφορά της K. Kallas, η οποία ισχυρίσθηκε δημόσια ότι, «η Ρωσία έχει επιτεθεί 19 φορές στην Ευρώπη στην πρόσφατη ιστορία, ενώ η Ευρώπη δεν έχει επιτεθεί ποτέ στη Ρωσία» – ξεχνώντας προφανώς το Ναπολέοντα και το Χίτλερ.

Από οικονομικής πλευράς η Γερμανία δεν μπορεί να αναπτυχθεί, αφού η οικονομία της στηρίζεται στις εξαγωγές και στη φθηνή ενέργεια – όσον αφορά το πρώτο λόγω των δασμών των ΗΠΑ, των προβλημάτων των Ευρωπαίων εταίρων της και των εμποδίων που θέτει στην Κίνα. Σε σχέση με το δεύτερο, είναι διπλό το κακό – αφού αγόραζε φθηνή ρωσική ενέργεια, ενώ εξήγαγε πολλά βιομηχανικά προϊόντα της στη Ρωσία.

Έτσι φαίνεται πως ο στόχος της είναι η μετατροπή της οικονομίας της σε πολεμική – ενώ δεν πρέπει να ξεχνάμε τη δήλωση της Merkel, σύμφωνα με την οποία οι συμφωνίες του Minsk με τη Ρωσία αποσκοπούσαν στο να κερδηθεί χρόνος, για να μπορέσει να εξοπλισθεί η Ουκρανία. Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε το ρόλο της στο πραξικόπημα του Maidan (άρθρο) – ο οποίος ήταν πολύ σκοτεινός.

Οι δύο άλλες μεγάλες οικονομίες τώρα, η Γαλλία (ανάλυση) και η Ιταλία, είναι υπερχρεωμένες με πολλά άλλα προβλήματα – ενώ ούτε η Βρετανία είναι σε καλή κατάσταση, με το χρηματοπιστωτικό της κέντρο που στήριζε σε μεγάλο βαθμό το ΑΕΠ της, να ευρίσκεται σε πορεία παρακμής. Ας μην ξεχνάμε δε ότι, η Ευρώπη δεν μπορεί να ακολουθήσει στην τεχνητή νοημοσύνη – αφού απαιτείται ενέργεια που δεν διαθέτει.

Οι ΗΠΑ ευρίσκονται επίσης σε πορεία παρακμής, με τους κινδύνους απαξίωσης του βασικού τους περιουσιακού στοιχείου, του δολαρίου, μεγαλύτερους από ποτέ – ενώ η Ιαπωνία έχει τα δικά της μεγάλα θέματα, αν και σε καλύτερη κατάσταση συγκριτικά, ενώ είναι θετικό το ότι γειτνιάζει με την ανερχόμενη Ασία.

Σε κάθε περίπτωση, με την πορεία που ακολουθεί η Δύση, είναι μάλλον αναπόφευκτο ένα «νομισματικό τσουνάμι» – ένα κύμα απαξίωσης πολλών νομισμάτων δηλαδή που θα έλθει με τη μορφή μαζικής εκτύπωσης χρήματος και πληθωρισμού, σε μία σοκαριστική κλίμακα. Θα προηγηθούν δε πολλαπλές κρίσεις δημοσίου χρέους, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ – άρα στις περιοχές του δολαρίου και του ευρώ.

Αυτό τουλάχιστον φαίνεται από την έντονα ανοδική πορεία των πολυτίμων μετάλλων που καταρρίπτουν όλα τα προηγούμενα ρεκόρ – όπως του χρυσού, του ασημιού και της πλατίνας, μαζί με τις τιμές των μετοχών των ορυχείων που τα παράγουν.

Δεν αποκλείεται δε ακόμη και το τέλος του σύγχρονου νομισματικού συστήματος των χρημάτων χωρίς αντίκρισμα (Fiat Money) – το οποίο ξεκίνησε το 1971 με την έξοδο των ΗΠΑ από τον κανόνα του χρυσού, όπου όλα τα νομίσματα είχαν αντίκρισμα στο δολάριο και το δολάριο σε χρυσό.

Τη δεκαετία βέβαια του 1970, το παγκόσμιο δημόσιο χρέος ως προς το ΑΕΠ ήταν περί το 35% – ενώ σήμερα υπερβαίνει το 120%. Εκτός αυτού, η δημογραφική εικόνα ήταν πολύ καλύτερη – με τη γενιά των «baby boomers» να είναι εισοδηματικά στα καλύτερα της, ενώ σήμερα συνταξιοδοτείται, κοστίζοντας πολλαπλά.

Συμπερασματικά, οι παγκόσμιες και τοπικές οικονομικές κρίσεις είναι αναπόφευκτες – ενώ φυσικά θα ξεπεραστούν, αλλά χρειάζεται να είναι κανείς πολύ προσεκτικός. Σε κρατικό επίπεδο να μην κάνει το λάθος να προπληρώνει φθηνά μακροπρόθεσμα δάνεια, καταναλώνοντας τα διαθέσιμα του, αντί να τα διαθέτει σε παραγωγικές επενδύσεις – ή, ακόμη χειρότερα, να προπληρώνει με νέα και ακριβότερα δάνεια.

Συνεχίζοντας με ένα άλλο θέμα, αυτό που δεν αναφέρει η ελληνική κυβέρνηση στις προβλέψεις της, είναι η μεγάλη εξάρτηση μας από την ΕΕ – όπως άλλωστε και των άλλων χωρών μελών της. Η εξάρτηση δε αυτή, είναι εξαιρετικά κρίσιμη για την υπερχρεωμένη χώρα μας – τόσο όσον αφορά το δημόσιο, όσο και τον ιδιωτικό τομέα.

Εν προκειμένω, η Wall Street Journal είχε δημοσιεύσει ένα άρθρο στις αρχές Δεκεμβρίου, με τον εξής τίτλο σε ελεύθερη απόδοση: «Η βιασύνη για πράσινη ενέργεια στην Ευρώπη μείωσε μεν τις εκπομπές ρύπων (κατά 30% από τα επίπεδα του 2005, σε σύγκριση με μείωση 17% για τις ΗΠΑ), αλλά παρέλυσε την οικονομία» (πηγή) – ενώ έχει αυξήσει την εξάρτηση της από την τεχνολογία (ηλιακής και αιολικής ενέργειας κυρίως) που προέρχεται από την Κίνα.

Τα αποτελέσματα δε είναι οι οικονομικές πιέσεις, η ενεργειακή εξάρτηση και ασφάλεια, η ασταθής λειτουργία του δικτύου, οι πολιτικές αντιδράσεις και η αλλαγή ενεργειακής πολιτικής – όπως στο παράδειγμα της Γερμανίας που αποφάσισε να κατασκευάσει νέους σταθμούς παραγωγής ενέργειας με καύσιμο το φυσικό αέριο, για να διασφαλίσει την αξιοπιστία του δικτύου.

Ολόκληρο το άρθρο επικεντρώνεται στο ότι, το ενεργειακό πρόβλημα της Ευρώπης οφείλεται στην προσπάθεια της να γίνει «πράσινη» – πως θέλησε να χρησιμοποιήσει τις ανεμογεννήτριες και τα φωτοβολταϊκά ως ενέργεια, ενώ τελικά ήταν μία τόσο ακριβή διαδικασία που προκάλεσε την αποβιομηχάνιση της.

Εν τούτοις, δεν υπάρχει ούτε μία λέξη στο άρθρο σχετικά με το ότι, η έλλειψη ενέργειας και η αύξηση του κόστους, είναι το αποτέλεσμα της μη εισαγωγής ρωσικής ενέργειας – προφανώς επειδή θα ήταν αντίθετο με τα συμφέροντα των ΗΠΑ, όσον αφορά τις εξαγωγές πανάκριβου LNG στην Ευρώπη και τη βελτίωση της συγκριτικής ανταγωνιστικότητας της δικής τους βιομηχανίας.

Αναφέρει όμως ότι, η Γερμανία έχει πλέον τις υψηλότερες εγχώριες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στον ανεπτυγμένο κόσμο – αφού η γερμανική ηλεκτρική ενέργεια κοστίζει 38,6 σεντς ανά κιλοβατώρα, έναντι 25 σεντς στην Πολωνία, 16 σεντς στις ΗΠΑ και μόλις 13 σεντς στον Καναδά.

Το γεγονός αυτό σημαίνει με τη σειρά του ότι, οι Γερμανοί εργοδότες πρέπει να πληρώνουν τέσσερις φορές περισσότερο για ηλεκτρική ενέργεια, από τους Αμερικανούς και Καναδούς παραγωγούς – ενώ ταυτόχρονα υποχρεώνονται να αμείβουν τους εργαζομένους τους με έναν αρκετά υψηλό μισθό, ο οποίος μειώνει ακόμη περισσότερο την ανταγωνιστικότητα τους.

Γιατί; Λόγω του τετραπλασιασμού του κόστους ενέργειας – το οποίο στο παρελθόν η ΕΕ επιδοτούσε, προκειμένου να αποτρέψει τους Γερμανούς, Γάλλους και Ιταλούς εργαζομένους της από τη συμπίεση των μισθών που βίωσαν οι ΗΠΑ. Είναι δυνατόν λοιπόν να μπορεί να ανταγωνισθεί η ΕΕ στο μέλλον χώρες όπως τις ΗΠΑ ή την Κίνα; Πόσο μάλλον όταν δεν είναι διατεθειμένη να «νομισματοποιήσει» το χρέος της, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες;

Δυστυχώς όχι – οπότε είναι δεδομένη η μείωση του βιοτικού επιπέδου όλων των Ευρωπαίων, με το ταυτόχρονη υποχώρηση του κοινωνικού τους κράτους. Επομένως με πολιτική αστάθεια και με κοινωνικές αναταραχές. Ήδη πάντως οι βιομηχανικές χώρες της κεντρικής ΕΕ αντιμετωπίζουν μεγάλα οικονομικά προβλήματα – αδυνατώντας να διατηρήσουν έναν βιώσιμο ρυθμό ανάπτυξης.

Οι τουριστικές του ευρωπαϊκού νότου όχι ακόμη, αλλά δεν πρόκειται να διαρκέσει για πολύ – αφού όλες οι οικονομίες της ΕΕ και ειδικά της Ευρωζώνης, λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία. Έχει αλήθεια λογική υπό αυτές τις συνθήκες να προπληρώνει η Ελλάδα χρέη της; Δεν πρέπει να παραμείνει ασφαλής, ενόψει ενδεχόμενων πιστωτικών κινδύνων; Στενότητας ρευστότητας δηλαδή διεθνώς;

Εάν δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει αυτά τα χρήματα (εάν πράγματι περισσεύουν) για κερδοφόρες επενδύσεις, αυξάνοντας το ΑΕΠ και τα έσοδα του δημοσίου βιώσιμα, καθώς επίσης την παραγωγικότητα της εργασίας που είναι στο ναδίρ (από την οποία εξαρτώνται οι μισθοί, γράφημα), οπότε μειώνοντας τα εξωτερικά της ελλείμματα, γιατί δεν τα τοποθετεί σε οικονομικά προϊόντα που αποδίδουν παραπάνω από το επιτόκιο 2,5% που κοστίζουν;

Για παράδειγμα, σε αμερικανικά ομόλογα, με προϊόντα που διασφαλίζουν (hedging) τυχόν επιδείνωση της νομισματικής ισοτιμίας; Θέλει η κυβέρνηση να μειώσει εικονικά το χρέος παρά το ότι είναι επικίνδυνο για την οικονομία μας, απλά και μόνο για να δείξει καλή εικόνα στους Έλληνες ψηφοφόρους; Τι νόημα έχει, όταν αυτό που μετράει διεθνώς είναι το καθαρό χρέος, αφαιρουμένων δηλαδή των διαθεσίμων; Κανένα απολύτως.

Περαιτέρω, είναι θετικό αλήθεια να έχει πλεονάσματα το κράτος; Η απάντηση εξαρτάται από το πού προέρχονται – όπου, όταν το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών είναι ταυτόχρονα ελλειμματικό, όπως στην περίπτωση της Ελλάδας, αυτός που πληρώνει το άθροισμα και των δύο, δηλαδή το πλεόνασμα του κράτους και το εξωτερικό έλλειμμα, είναι ο ιδιωτικός τομέας.

Από πού φαίνεται; Από την άνοδο των ληξιπρόθεσμων χρεών στην ΑΑΔΕ που στο δεκάμηνο του 2025 έφτασαν στα -7,8 δις €, στον ΕΦΚΑ, στη ΔΕΗ κοκ. (γράφημα) – επιπλέον από τις αρνητικές αποταμιεύσεις, όπου η Ελλάδα είναι η μοναδική στην ΕΕ, με αρνητικές συνεχώς από το 2022.

Ασφαλώς λοιπόν είναι θετικό να έχει πλεόνασμα το κράτος, αλλά όχι εις βάρος του εγχωρίου ιδιωτικού τομέα – μέσω προφανώς της υπερφορολόγησης που υπερχρεώνει τον ιδιωτικό τομέα και επομένως έχει ημερομηνία λήξης, αφού σταδιακά χρεοκοπούν οι Πολίτες. Είναι θετικό τότε μόνο, όταν το κρατικό πλεόνασμα οφείλεται στο πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών – το οποίο σημαίνει ότι, η χώρα εξάγει περισσότερα από όσα εισάγει, πως παράγει πλούτο και δεν χρεώνεται στο εξωτερικό, όπως δυστυχώς συμβαίνει με την Ελλάδα (-583 δις € στο 6μηνο του 2025).

Επειδή τώρα αρκετοί μπερδεύουν τις αποταμιεύσεις με τις καταθέσεις, οι πρώτες είναι η διαφορά των εισοδημάτων και των δαπανών – ενώ οι δεύτερες μπορεί να οφείλονται σε άνοδο του δανεισμού που καταχωρείται ως κατάθεση στις τράπεζες, σε πωλήσεις παγίων όπως ακινήτων κλπ. Τα παραπάνω στην οικονομική θεωρία περιγράφονται από την εξής εξίσωση (ανάλυση):

Δημόσιος τομέας (=φόροι – δαπάνες) + Εγχώριος ιδιωτικός τομέας (=αποταμιεύσεις των νοικοκυριών – επενδύσεις των επιχειρήσεων) + Εξωτερικός τομέας (=πληρωμές του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών – εισπράξεις του) = 0.

Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών δε, ορίζεται κυρίως από το εμπορικό ισοζύγιο (εξαγωγές – εισαγωγές αγαθών) και από τις υπηρεσίες (τουριστικά έσοδα). Εναλλακτικά η εξίσωση:

Δημόσιος τομέας + Εξωτερικός τομέας = – Εγχώριος ιδιωτικός τομέας.

Επομένως, όπως συμβαίνει στην Ελλάδα, το πλεόνασμα του κράτους συν το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, επιβαρύνουν εξ ολοκλήρου τον ιδιωτικό τομέα – ενώ σε βάθος χρόνου λειτουργούν όπως η εσωτερική υποτίμηση των μνημονίων, όπου το ρόλο της ονομαστικής μείωσης των μισθών αναλαμβάνει η πραγματική μείωση τους, μέσω του πληθωρισμού και της υπερφορολόγησης.

Δηλαδή, μειώνεται σταδιακά το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών (κορυφώθηκε στο -17 δις € το 2024), επειδή τα νοικοκυριά αγοράζουν όλο και λιγότερα αγαθά ή υπηρεσίες, λόγω του ότι δεν τους φτάνουν τα εισοδήματα τους – ενώ δεν χρεώνονται επιπλέον στο εξωτερικό, αφού κανένας δεν τους δίνει πια πίστωση.

Συμπερασματικά, όταν δεν χρεοκοπεί το κράτος παρά το ότι δεν παράγεται πλούτος, χρεοκοπούν οι Πολίτες του – ενώ αλλάζει σταδιακά το ιδιοκτησιακό καθεστώς της χώρας μας, με το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας και με τους πλειστηριασμούς της ιδιωτικής, με αγοραστές τους ξένους.

Κλείνοντας, ορισμένοι ισχυρίζονται ότι, η Ελλάδα θα προπληρώσει χρησιμοποιώντας τα ταμειακά της διαθέσιμα που ήταν 45,784 δις € στις 30.09.25 (γράφημα) – απλά επειδή δεν καταλαβαίνουν ότι, αυτά τα διαθέσιμα αφορούν τη Γενική Κυβέρνηση μαζί με τη Κεντρική Διοίκηση.

Δηλαδή, το ευρύτερο σύνολο των φορέων που συγκροτούν τον δημόσιο τομέα – περιλαμβάνοντας την Κεντρική Κυβέρνηση (Υπουργεία), τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), καθώς επίσης τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης και άλλους φορείς (γράφημα).

Εν προκειμένω, ασφαλώς δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει τα ταμειακά διαθέσιμα των φορέων για να εξοφλήσει τις υποχρεώσεις της – αλλά μόνο αυτά της κεντρικής διοίκησης, τα οποία ήταν 17,245 δις € (γράφημα). Σημειώνουμε δε ότι, στο κρατικό χρέος δεν αναγράφονται οι αναβαλλόμενοι τόκοι άνω των 15 δις € του αναβαλλόμενου χρέος των 96 δις € στο EFSF που θα εξυπηρετούνται μετά το 2033 – επειδή κατά την κυβέρνηση, χρωστάμε μόνο αυτά που γνωρίζουμε πότε θα τα πληρώσουμε, ενώ όλα τα υπόλοιπα χρέη μας δεν μετρούν!

Πρόκειται ασφαλώς για μία «δημιουργική λογιστική» που δεν συναντάται πουθενά – ούτε καν στα περίπτερα. Σύμφωνα πάντως με τον προϋπολογισμό που μόλις κατατέθηκε, η Ελλάδα θα χρειαστεί 30,1 δις € το 2026 από 14 δις € το 2025, με μακροπρόθεσμο δανεισμό 12,728 δις € και με ανάλωση διαθεσίμων (=μαξιλάρι) 18,442 δις €.

Σε κάθε περίπτωση, εμείς θεωρούμε εξαιρετικά επικίνδυνη την προπληρωμή χαμηλότοκων μακροπρόθεσμων χρεών – ανεύθυνη μάλλον, υπό τις σημερινές προβληματικές διεθνείς συνθήκες.

Αναδημοσιεύστε το ΠΑΝΤΑ με ενεργό link της πηγής.

Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου.  To ιστολόγιο μας δεν υιοθετεί τις απόψεις των αρθρογράφων, ούτε ταυτίζεται με τα θέματα που αναδημοσιεύει από άλλες ενημερωτικές ιστοσελίδες και δεν ευθύνεται για την εγκυρότητα, την αξιοπιστία και το περιεχόμενό τους.

By Έλληνας Πατριώτης

Απάντηση

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ