Η συνάντηση της Άγκυρας: Σταθερότητα ή σιωπηρή αναδιάταξη;

Η συνάντηση της Άγκυρας: Σταθερότητα ή σιωπηρή αναδιάταξη;

Άρθρο του Μιχάλη Χαιρετάκη

Η συνάντηση της 11ης Φεβρουαρίου 2026 στην Άγκυρα παρουσιάστηκε ως ακόμη ένα βήμα «θετικού διαλόγου» μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Οι δημόσιες δηλώσεις κινήθηκαν σε ήπιους τόνους, με αναφορές στη συνεργασία, την ειρηνική επίλυση διαφορών και την αύξηση του διμερούς εμπορίου στα 10 δισεκατομμύρια δολάρια.

Όμως οι σοβαρές γεωπολιτικές μεταβάσεις δεν ανακοινώνονται. Υπονοούνται. Και κυρίως: διαβάζονται μέσα από τις δομές, όχι μέσα από τα λόγια.

Αυτό που καταγράφηκε:

  • Το παράδοξο της σιωπής
  • Επτά συμφωνίες συνεργασίας
  • Ρητορική αποκλιμάκωσης
  • Στόχος ενισχυμένης οικονομικής διασύνδεσης
  • Παρουσία υπηρεσιών πληροφοριών
  • Μεγάλη σύνθεση υπουργών σε διαφορετικούς τομείς.

Αξιοσημείωτες Παραλείψεις:

  • Αναφορές στο casus belli
  • Αναφορές στις παραβιάσεις FIR
  • Αναφορές στα 12 ν.μ.
  • Αναφορές στο Καστελλόριζο
  • Ο έλληνας υπουργός Εθνικής ¨Αμυνας
  • Οποιαδήποτε επανεπιβεβαίωση ελληνικών «κόκκινων γραμμών»

Η σιωπή δεν αποδεικνύει συμφωνία. Αλλά ούτε και είναι αδιάφορη.

Η σιωπή γύρω από τις «κόκκινες γραμμές» δεν είναι απλή παράλειψη, αλλά η δημιουργία μιας νέας κανονικότητας. Όσο η Ελλάδα δεν αναφέρει τα 12 ν.μ. και η Τουρκία δεν αναφέρει το Casus Belli, δημιουργείται ένα γκρίζο κενό.

Στο διεθνές δίκαιο, η μακροχρόνια αποχή από την επίκληση ενός δικαιώματος μπορεί να ερμηνευθεί ως «σιωπηρή απεμπόληση» ή αποδοχή μιας ενδιάμεσης κατάστασης.

Στο διεθνές δίκαιο, η απώλεια δικαιώματος δεν επέρχεται απλώς με σιωπή. Ωστόσο, η μακροχρόνια μη άσκηση ή μη επαναβεβαίωση ενός δικαιώματος μπορεί να επηρεάσει την ερμηνεία του στο πλαίσιο της διεθνούς πρακτικής και να δημιουργήσει αντίληψη ανοχής ή αποδοχής μιας ενδιάμεσης κατάστασης (doctrine of acquiescence).

Η απουσία διεκδίκησης στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων κινδυνεύει να μετατραπεί σε τετελεσμένο στο πεδίο της κυριαρχίας.

Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η θεσμική εμπλοκή δημιουργεί μηχανισμούς αποκλιμάκωσης που περιορίζουν την πιθανότητα ατυχήματος ή κλιμάκωσης εκτός ελέγχου. Η διατήρηση διαύλων επικοινωνίας, ιδίως σε περιόδους περιφερειακής ρευστότητας, αποτελεί από μόνη της στρατηγικό πλεονέκτημα.

Η απουσία παραβιάσεων στο FIR είναι θετική, αλλά είναι και εργαλείο ελέγχου. Η Τουρκία «χαρίζει» την ηρεμία στην Αθήνα ως αντάλλαγμα για τη διαπραγμάτευση επί θεμάτων που παλαιότερα θεωρούνταν αδιαπραγμάτευτα.

Η ηρεμία στο Αιγαίο δεν είναι το αποτέλεσμα μιας συμφωνίας, αλλά το “ενοίκιο” που πληρώνει η Άγκυρα για να παραμείνει η Αθήνα στο τραπέζι.

Το δόγμα της «Mavi Vatan» δεν έχει ανακληθεί. Δεν υπήρξε καμία τέτοια ένδειξη.

Η μεταβολή, αν υπάρχει, αφορά τη μέθοδο: από τη διαρκή ένταση και τις ναυτικές επιδείξεις ισχύος στη θεσμική εμπλοκή και την οικονομική διασύνδεση.

Η Ιστορία δείχνει ότι η ισχύς μπορεί να ασκηθεί και μέσω αλληλεξάρτησης.

Το πιο κρίσιμο σημείο είναι η διάκριση μεταξύ αλλαγής μεθόδου και αλλαγής στόχου. Η Τουρκία έχει αποδείξει ιστορικά ότι κατέχει την τέχνη του «τακτικισμού»: μπορεί να υποχωρεί τακτικά για να κερδίζει στρατηγικά.

Η εγκατάλειψη της προκλητικής ρητορικής και η αποχή από παραβιάσεις (αν όντως συνεχιστεί) δεν είναι παραίτηση από το αφήγημα της “Γαλάζιας Πατρίδας”. Είναι μια αναγνώριση ότι η προηγούμενη τακτική απέτυχε να αποδώσει καρπούς και απλώς σταθεροποίησε τις συμμαχίες εναντίον της.

Η στροφή στη «θεσμική εμπλοκή» είναι μια κίνηση υψηλής γεωπολιτικής ευφυΐας. Αν η ένταση δεν φέρνει αποτέλεσμα, δοκιμάζεις την αποκλιμάκωση. Στόχος είναι να αποδυναμωθεί η αμυντική ετοιμότητα της άλλης πλευράς (κοινωνική και στρατιωτική) και να μεταφερθεί η διαπραγμάτευση σε πεδία όπου η ασυμμετρία ισχύος (οικονομική, δημογραφική, γεωγραφική) λειτουργεί υπέρ σου.

Η ερώτηση δεν είναι αν η Τουρκία άλλαξε στρατηγική. Η ερώτηση είναι αν άλλαξε επιδίωξη. Μέχρι στιγμής, δεν υπάρχει τέτοια ένδειξη.

Τα 10δισ. εμπόριο: αριθμός ή εργαλείο;

Η αύξηση του διμερούς εμπορίου παρουσιάζεται ως ένδειξη σταθερότητας. Στην θεωρία της διεθνούς πολιτικής οικονομίας, η αλληλεξάρτηση μειώνει την πιθανότητα σύγκρουσης.

Υπάρχει όμως μια λεπτομέρεια που σπανίως συζητείται: Η αλληλεξάρτηση λειτουργεί αποτρεπτικά μόνο όταν είναι συμμετρική. Αν είναι ασύμμετρη, μετατρέπεται σε μηχανισμό επιρροής.

Η Ελλάδα είναι μια ναυτική και εμπορική δύναμη. Η Τουρκία ελέγχει τα Στενά (μονομερώς βάσει της Σύμβασης του Μοντρέ, την οποία η Άγκυρα ερμηνεύει με ολοένα και πιο διευρυντικό τρόπο).

Η ενεργειακή διασύνδεση (αγωγοί, ηλεκτρικές διασυνδέσεις) που περνούν από τουρκικό έδαφος δημιουργούν μια σχέση εξάρτησης για τον τελικό αποδέκτη.

Αν το διμερές εμπόριο φτάσει στα 10 δισ. και η τουρκική οικονομία γίνει βασικός εταίρος για συγκεκριμένους ελληνικούς κλάδους (τουρισμός, αγροτικά προϊόντα, κατασκευές), τότε η Άγκυρα αποκτά ένα μοχλό πίεσης. Η απειλή δεν είναι πια η πολεμική σύγκρουση, αλλά η οικονομική αποσταθεροποίηση ή η διακοπή της συνεργασίας αν δεν υπάρξει πολιτική συναίνεση από ελληνικής πλευράς σε άλλα ζητήματα.

Στη θεωρία της διεθνούς πολιτικής οικονομίας, η «complex interdependence» λειτουργεί αποτρεπτικά μόνο όταν το κόστος διακοπής είναι αμοιβαίο. Όταν το κόστος είναι άνισα κατανεμημένο, η αλληλεξάρτηση μετατρέπεται σε μοχλό επιρροής.

Η οικονομική διασύνδεση δεν αφορά μόνο τα ροδάκινα ή τον τουρισμό. Αφορά την ηλεκτρική διασύνδεση και τους αγωγούς φυσικού αερίου.

Αν η Ελλάδα καταστεί ενεργειακός κόμβος που όμως «περνάει» από την τουρκική έγκριση (ή επηρεάζεται από αυτήν), τότε η οικονομική επιτυχία γίνεται γεωπολιτική ομηρία.

Σε περιβάλλον όπου τα Στενά ελέγχονται από την Άγκυρα, οι ενεργειακοί διάδρομοι διασχίζουν τουρκική επικράτεια και η γεωγραφική ισχύς είναι δεδομένη, η έννοια της «οικονομικής σταθερότητας» αποκτά γεωπολιτική διάσταση.

Παρά τις σημαντικές επενδύσεις της Ελλάδας σε εναλλακτικές πηγές και υποδομές (LNG, IGB, FSRU Αλεξανδρούπολης), η περιφερειακή ενεργειακή αρχιτεκτονική της Ανατολικής Μεσογείου εξακολουθεί να διαμορφώνεται. Σε μελλοντικά σενάρια όπου η Τουρκία λειτουργεί ως κύριος διαμεσολαβητής διαδρόμων, η ασυμμετρία μπορεί να ενισχυθεί.

Όταν η οικονομική αλληλεξάρτηση αφορά την ενέργεια, τα σύνορα δεν χαράσσονται στον χάρτη, αλλά στις βάνες των αγωγών.

Δεν σημαίνει υποχώρηση. Σημαίνει ότι το πεδίο πίεσης μετατοπίζεται.

Πολύ σημαντική η παρουσία υπηρεσιών πληροφοριών στη συνάντηση. Αυτή η διάσταση συνήθως υποτιμάται. Ο διάλογος μεταξύ ΕΥΠ και ΜΙΤ μπορεί να είναι πιο ουσιαστικός από τον πολιτικό διάλογο.

Εκεί συζητιούνται τα πραγματικά «κόκκινα γραμμάτια»: η καταστολή της τρομοκρατίας, η διαχείριση μεταναστευτικών ροών, η παρακολούθηση κοινών απειλών. Είναι ένα πεδίο όπου η συνεργασία μπορεί να είναι βαθιά και αδιαφανής, δημιουργώντας τετελεσμένα γεγονότα που αργότερα υιοθετούνται από την πολιτική ηγεσία.

Η Ανατολική Μεσόγειος δεν κινείται σε κενό. Οι ΗΠΑ αναπροσαρμόζουν προτεραιότητες. Η ΕΕ αναζητεί ενεργειακή ασφάλεια. Η περιφερειακή σταθερότητα γίνεται συλλογικό ζητούμενο.

Η Δύση (ΗΠΑ-ΕΕ) έχει δύο πολέμους σε εξέλιξη (Ουκρανία, Μέση Ανατολή) και μια αναδυόμενη απειλή στην Άπω Ανατολή. Για την Ουάσινγκτον, η «σταθερότητα» στη ΝΑ πτέρυγα του ΝΑΤΟ είναι προτεραιότητα.

Ωστόσο, η πίεση αυτή σπάνια είναι ουδέτερη. Η τάση θα είναι να πιεστεί περισσότερο η «ήπια δύναμη» (Ελλάδα) να κάνει παραχωρήσεις προκειμένου να κατευναστεί η «απρόβλεπτη δύναμη» (Τουρκία) και να μην αποσταθεροποιηθεί περαιτέρω η περιοχή. Αυτό είναι μια κλασική περίπτωση γεωπολιτικού ρεαλισμού, όχι φιλίας.

Σε τέτοιο πλαίσιο, οι πιέσεις για «λύσεις» αυξάνονται. Όχι απαραίτητα εις βάρος της Ελλάδας. Αλλά σίγουρα εις βάρος της στασιμότητας.

Η εμπειρία του 1997 (Σύνοδος Μαδρίτης) αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα όπου, υπό τη διεθνή πίεση για σταθερότητα, η Ελλάδα αποδέχθηκε διατύπωση περί «ζωτικών συμφερόντων» της Τουρκίας στο Αιγαίο. Η διατύπωση αυτή δεν άλλαξε άμεσα το νομικό καθεστώς, αλλά εισήγαγε νέα γλώσσα στο διπλωματικό λεξιλόγιο.

Η συνάντηση της Άγκυρας δεν συνιστά ούτε θρίαμβο ούτε υποχώρηση. Συνιστά μετατόπιση πεδίου.

Αν η ένταση δεν εκφράζεται στρατιωτικά αλλά θεσμικά, η ισχύς δεν εξαφανίζεται — αναδιατάσσεται.

Η Ελλάδα καλείται να διαχειριστεί μια φάση όπου η σύγκρουση δεν εκδηλώνεται ως κρίση, αλλά ως διαρκής διαπραγμάτευση.

Αυτή είναι μια εξαιρετικά απαιτητική συνθήκη για την Ελλάδα, για δύο λόγους:

Φθορά συναίνεσης: Η διαρκής διαπραγμάτευση χωρίς ορατή κατάληξη διαβρώνει την κοινωνική συνοχή και την πολιτική σταθερότητα. Δημιουργείται κούραση και ανοσία στα εθνικά θέματα.

Ασυμμετρία αντοχής: Η Τουρκία, ως αναθεωρητική δύναμη, έχει το πλεονέκτημα του χρόνου. Δεν βιάζεται. Μπορεί να διαπραγματεύεται επ’ αόριστον, περιμένοντας την κατάλληλη συγκυρία (εσωτερική πολιτική αστάβεια στην Ελλάδα, διεθνή περισπασμό) για να θέσει νέους όρους ή να επανέλθει στην ένταση.

Η Ελλάδα συχνά διαπραγματεύεται με ορίζοντα τις επόμενες εκλογές (τακτικός χρόνος). Η Τουρκία διαπραγματεύεται με ορίζοντα τον «Αιώνα της Τουρκίας» (ιστορικός χρόνος).

Το ερώτημα δεν είναι τι κερδήθηκε στις 11 Φεβρουαρίου, αλλά τι θα έχει απομείνει από την ελληνική αποτρεπτική ισχύ το 2030, όταν η “θετική ατζέντα” θα έχει γίνει η μόνη επιτρεπτή γλώσσα επικοινωνίας.

Η στρατηγική της Άγκυρας θυμίζει ολοένα και περισσότερο την κίνηση ενός σαλιγκαριού: Θα μπορούσαμε περιγράψουμε την πολιτική της με έναν νέο όρο αυτό του “snail trail”. ¨Οπως το σαλιγκάρι, η Τουρκία, κινείται αργά, σχεδόν αθέατα, αλλά αφήνει πίσω της ένα «ίχνος» τετελεσμένων. Με τον καιρό, αυτό το ίχνος στεγνώνει, γίνεται μέρος του τοπίου και τελικά γίνεται αποδεκτό από τη διεθνή κοινότητα ως η νέα κανονικότητα. Μικρά αόρατα βήματα όπως το άρθρο στο SAIC λίγες μέρες πρίν. Η πρόκληση για την ελληνική διπλωματία είναι να μην επιτρέψει στη σκόνη του “θετικού κλίματος” να καλύψει το ίχνος της σταδιακής διολίσθησης.

Η συνάντηση της Άγκυρας δεν ήταν ούτε παγίδα ούτε ευκαιρία από μόνη της. Ήταν ένα τεστ αντοχής και στρατηγικής ωριμότητας.

Η Ελλάδα καλείται να διαχειριστεί αυτή τη νέα φάση με δύο γνώμονες:

Εγρήγορση: Να μην απομυθοποιήσει την απειλή. Η αποκλιμάκωση δεν σημαίνει αφοπλισμός (ούτε στρατιωτικός, ούτε διπλωματικός). Η ενίσχυση της αποτρεπτικής ικανότητας και η εμβάθυνση των συμμαχιών (με Γαλλία, Αίγυπτο, Ισραήλ, Κύπρο) πρέπει να συνεχιστεί παράλληλα με τον διάλογο.

Ψυχραιμία: Να εισέλθει στην κάθε διαπραγμάτευση χωρίς αυταπάτες, αλλά και χωρίς αγκυλώσεις. Να θέσει η ίδια την ατζέντα, να απαιτήσει συγκεκριμένα βήματα (π.χ. προσφυγή στη Χάγη) και να μην επιτρέψει τη σταδιακή διάβρωση των «κόκκινων γραμμών» μέσω της «ήπιας» θεσμικής συνεργασίας.

Προκειμένου η «ηρεμία» να μην μετατραπεί σε στρατηγική παγίδα, η Ελλάδα οφείλει να κινηθεί σε τρεις χρόνους:

Θεσμικές διασφαλίσεις: Επίσημη καταγραφή των «κόκκινων γραμμών» σε απόρρητο έγγραφο του ΥΠΕΞ πριν από κάθε τεχνική επιτροπή. Ο διάλογος χρειάζεται δείκτες προόδου (KPIs) και τριμηνιαίο κοινοβουλευτικό έλεγχο για να αποφευχθεί η διολίσθηση.

Δείκτες παρακολούθησης για τα KPIs:

– Συχνότητα παραβιάσεων FIR

– Ρητορική έντασης σε επίσημα έγγραφα τουρκικών θεσμών

– Επίσημες αναφορές σε «Mavi Vatan» σε κρατικά έγγραφα

Οικονομική εγρήγορση: Διενέργεια μελέτης για τις διμερείς εξαρτήσεις (τουρισμός, ενέργεια) και επιτάχυνση έργων που παρακάμπτουν την τουρκική επικράτεια (π.χ. IGB, πλωτό LNG), διασφαλίζοντας ότι η αλληλεξάρτηση δεν θα γίνει μηχανισμός εκβιασμού.

Νομική τεκμηρίωση: Συστηματική καταγραφή των τουρκικών κινήσεων και επίσημο αίτημα για θέση της ΕΕ επί των ελληνικών θαλάσσιων δικαιωμάτων. Η προετοιμασία για τη Χάγη πρέπει να είναι διαρκής, θέτοντας την Ελλάδα στη θέση του επισπεύδοντος.

Πληροφοριακή στεγανότητα: Σαφή πρωτόκολλα στη συνεργασία ΕΥΠ-ΜΙΤ. Η συνεργασία σε θέματα ασφάλειας (μετανάστευση, τρομοκρατία) δεν πρέπει να θέτει σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια, αλλά να διασταυρώνεται διαρκώς με συμμάχους όπως η Γαλλία και η Αίγυπτος.

Πολυμερής πίεση: Τοποθέτηση της χώρας ως οριστικής εναλλακτικής λύσης για την ενεργειακή ασφάλεια της ΕΕ, αποδυναμώνοντας τον ρόλο της Άγκυρας ως μοναδικού διαμεσολαβητή.

Εσωτερική ανθεκτικότητα: Διαμόρφωση μιας διακομματικής συμφωνίας για τις «μη διαπραγματεύσιμες» θέσεις. Η Τουρκία διαπραγματεύεται με ορίζοντα τον «Αιώνα της Τουρκίας» (ιστορικός χρόνος)· η Ελλάδα δεν μπορεί να διαπραγματεύεται με ορίζοντα τις επόμενες εκλογές (τακτικός χρόνος).

Η Ιστορία δεν τιμωρεί όσους διαπραγματεύονται. Τιμωρεί όσους δεν αντιλαμβάνονται το βάθος της διαπραγμάτευσης.

Εν ολίγοις, η Ιστορία θα κρίνει αυτή την περίοδο όχι από τα χαμόγελα των φωτογραφιών, αλλά από το αν η Ελλάδα κατάφερε να μετατρέψει την «ηρεμία» σε στρατηγική σταθεροποίησης ή αν απλώς ανέπαυσε τις άμυνές της εν αναμονή της επόμενης καταιγίδας.

Η ερώτηση δεν είναι αν η Ελλάδα μπορεί να διαπραγματευτεί με την Τουρκία. Η ερώτηση είναι αν μπορεί να διαπραγματευτεί με τον εαυτό της και να αποφασίσει τι είναι διαθέσιμο προς ανταλλαγή και τι όχι, πριν το αποφασίσει κάποιος άλλος.

Ο χρόνος δεν είναι ουδέτερος. Κάθε μήνας “θετικού κλίματος” χωρίς επίλυση είναι ένας μήνας κατά τον οποίο το status quo μετατρέπεται σιωπηρά σε νέα κανονικότητα.

Τα κράτη σπάνια χάνουν εδάφη από μια και μόνο πράξη. Τα χάνουν όταν συνηθίζουν στη νέα γλώσσα που περιγράφει αυτά τα εδάφη.

Η γεωπολιτική δεν κινείται με άλματα. Κινείται με κανονικοποιήσεις.

Και η κανονικοποίηση είναι η πιο ήσυχη μορφή αναθεώρησης

Το ίχνος του σαλιγκαριού στεγνώνει γρήγορα. Η Αθήνα έχει χρόνο μέχρι να το δει η υπόλοιπη Ευρώπη και να το αποκαλέσει “σύνορο”.

Αναδημοσιεύστε το ΠΑΝΤΑ με ενεργό link της πηγής.

Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου.  To ιστολόγιο μας δεν υιοθετεί τις απόψεις των αρθρογράφων, ούτε ταυτίζεται με τα θέματα που αναδημοσιεύει από άλλες ενημερωτικές ιστοσελίδες και δεν ευθύνεται για την εγκυρότητα, την αξιοπιστία και το περιεχόμενό τους.

By Έλληνας Πατριώτης

Απάντηση

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ