Από τα έξυπνα ρολόγια και τα δεδομένα υγείας, στην ενσωμάτωση αισθητήρων και τη συζήτηση για τα όρια της ανθρώπινης αυτονομίας…

Από τα έξυπνα ρολόγια και τα δεδομένα υγείας, στην ενσωμάτωση αισθητήρων και τη συζήτηση για τα όρια της ανθρώπινης αυτονομίας...

Γράφει ο Γεώργιος Αποστολάκης

Αφού εξηγήσουμε κάποιες βασικές έννοιες, θα απαντήσουμε στο ερώτημα «Ποιος διαχειρίζεται και έχει πρόσβαση στα δεδομένα», και το κυριότερο αν οι εφαρμογές αυτές των έξυπνων ρολογιών είναι προδρομικές εφαρμογές για άλλες που δεν θα αρκούνται στην εξωτερική επαφή με το σώμα αλλά θα λειτουργούν σε σύνδεση με το σώμα, νευρώνες ή κάτι άλλο.

 Η είδηση: Εξαφανίστηκε κάποιος πυροσβέστης και οι αρμόδιες αρχές τον αναζητούν, εξετάζοντας πληροφορίες και ευρήματα από κάθε πηγή. Περισσότερα εδώ: https://www.naftemporiki.gr/society/2052685/exafanisi-pyrosvesti-stis-serres-to-simeioma-poy-afise-o-45chronos-kai-ta-eyrimata-toy-smart-watch/

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν τα ευρήματα που ανέκτησαν οι αρμόδιες αστυνομικές αρχές από το cloud του smart watch του 45χρονου πυροσβέστη και τα οποία δείχνουν τις διαδρομές που έκανε το τελευταίο διάστημα αλλά και την ψυχολογική του κατάσταση. Εκτός  από τις συνηθισμένες διαδρομές που έκανε ο 45χρονος ως περιπατητής στο όρος Μπέλες, εντοπίστηκε μια ακόμα διαδρομή, η οποία δεν ήταν σε αυτές που ακολουθούσε συνήθως ,και η οποία έχει μπει επίσης στο «μικροσκόπιο» των υπηρεσιών αλλά και των ομάδων που τον αναζητούν στο όρος. Επίσης φαίνεται πως ο 45χρονος τις τελευταίες ημέρες κοιμόταν ελάχιστα, δηλαδή το πολύ δύο με τρεις ώρες κάθε βράδυ. Μάλιστα το  βράδυ πριν εξαφανιστεί, δηλαδή το βράδυ της Δευτέρας 22 Δεκεμβρίου ο 45χρονος είχε κοιμηθεί μόλις μία ώρα και ένα τέταρτο.

Η αξιοποίηση δεδομένων από το smartwatch του εξαφανισμένου πυροσβέστη στις έρευνες, πέρασε –δικαίως– ως ένα παράδειγμα του πώς η τεχνολογία μπορεί να αποδειχθεί πολύτιμη σε κρίσιμες στιγμές. Τα δεδομένα ύπνου, κόπωσης και διαδρομών ενδέχεται να προσφέρουν στοιχεία εκεί όπου ο χρόνος και η αβεβαιότητα πιέζουν.

Όμως η δημόσια συζήτηση δεν μπορεί –και δεν πρέπει– να σταματά στην ανακούφιση της στιγμής. Γιατί το συγκεκριμένο περιστατικό δεν είναι απλώς μια ιστορία τεχνολογικής χρησιμότητας. Είναι ένα σύμπτωμα μιας βαθύτερης μετάβασης: από την τεχνολογία ως εργαλείο, στην τεχνολογία ως υποδομή ζωής.

Ας δούμε τι ακριβώς συνέβη, χωρίς συναισθηματισμούς. Ένα σώμα παρήγαγε βιομετρικά δεδομένα. Τα δεδομένα αποθηκεύτηκαν σε cloud. Και στη συνέχεια έγιναν προσβάσιμα και αξιοποιήσιμα από τρίτους.

Αυτό, από μόνο του, δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό. Είναι όμως πολιτικά σημαντικό.

Τα δεδομένα που συλλέγουν τα σύγχρονα wearables δεν είναι απλώς «μετρήσεις υγείας». Είναι δείκτες εσωτερικής κατάστασης: κόπωσης, αντοχής, στρες, ρυθμού ζωής. Με άλλα λόγια, είναι δεδομένα για το πότε και πώς ο άνθρωπος είναι πιο ευάλωτος. Και όταν τέτοια δεδομένα συλλέγονται συνεχώς, αποθηκεύονται κεντρικά και συσχετίζονται, παύουν να είναι αθώα.

Η τεχνολογία δεν μένει ποτέ στην καταγραφή. Προχωρά στην ανάλυση, και από εκεί στην πρόβλεψη. Σήμερα βλέπουμε πότε κοιμόμαστε λίγο. Αύριο προβλέπεται πότε θα εξαντληθούμε. Μεθαύριο, το σύστημα δεν θα περιμένει να συμβεί. Θα παρεμβαίνει προληπτικά. Όχι με απαγορεύσεις, αλλά με «φροντίδα», ειδοποιήσεις, ρυθμίσεις, ήπια καθοδήγηση.

Από τα έξυπνα ρολόγια και τα δεδομένα υγείας, στην ενσωμάτωση αισθητήρων και τη συζήτηση για τα όρια της ανθρώπινης αυτονομίας...

Εδώ γεννιέται κάτι νέο: όχι έλεγχος, αλλά αρχιτεκτονική συμπεριφοράς.

Η ανθρώπινη βούληση δεν καταργείται. Απλώς λειτουργεί σε έδαφος που διαμορφώνεται από συστήματα τα οποία γνωρίζουν πότε είμαστε κουρασμένοι, πιεσμένοι ή δεκτικοί. Η επιλογή παραμένει «δική μας», αλλά δεν γεννιέται σε ουδέτερες συνθήκες. Και αυτό είναι το νέο πεδίο ισχύος στον 21ο αιώνα.

Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι τεχνοφοβικό. Κανείς σοβαρός δεν προτείνει την κατάργηση των έξυπνων συσκευών ή των εφαρμογών υγείας. Το ζήτημα είναι πολιτικό: ποιος ελέγχει αυτά τα συστήματα, πότε επιτρέπεται η παρέμβαση, και αν μπορούμε να αποσυνδεθούμε χωρίς κοινωνικό ή οικονομικό κόστος.

Αν η μη συμμετοχή σε τέτοια συστήματα συνεπάγεται μειονεκτήματα στην εργασία, στην ασφάλιση, στην εκπαίδευση ή στην πρόσβαση σε υπηρεσίες, τότε η «εθελοντική χρήση» είναι προσχηματική. Και αν τα δεδομένα του σώματος –και στο μέλλον του εγκεφάλου– αντιμετωπίζονται ως απλός πόρος, τότε το πρόβλημα δεν είναι τεχνικό αλλά βαθιά θεσμικό.

Χρειαζόμαστε, λοιπόν, μια καθαρή πολιτική στάση:

  • Τα βιολογικά και νευρωνικά δεδομένα ανήκουν αποκλειστικά στο άτομο.
  • Απαγορεύεται κάθε μορφή σκοραρίσματος ανθρώπων βάσει βιομετρικών μετρήσεων.
  • Η απενεργοποίηση τέτοιων συστημάτων πρέπει να είναι δικαίωμα χωρίς συνέπειες.
  • Κάθε σύστημα που επηρεάζει συμπεριφορά οφείλει να είναι διαφανές, ελέγξιμο και αναστρέψιμο.
  • Τα νευροδεδομένα πρέπει να προστατεύονται ως ανώτατη κατηγορία ιδιωτικότητας.

Επιστρέφοντας στο αρχικό περιστατικό: ναι, η τεχνολογία μπορεί να αποδειχθεί σωτήρια. Αλλά μόνο αν παραμείνει εργαλείο. Όχι αν μετατραπεί σε αόρατη υποδομή που ανασχεδιάζει τη ζωή χωρίς δημόσιο διάλογο.

Το ερώτημα δεν είναι αν θα έχουμε τέτοιες τεχνολογίες. Θα τις έχουμε. Το ερώτημα είναι αν θα τις κυβερνήσουμε δημοκρατικά — ή αν θα μάθουμε να ζούμε μέσα σε αυτές χωρίς να τις καταλαβαίνουμε.

Αυτό δεν είναι θέμα μέλλοντος. Είναι θέμα παρόντος.

Τώρα, αφού εξηγήσουμε κάποιες βασικές έννοιες, θα απαντήσουμε στο ερώτημα «Ποιος διαχειρίζεται και έχει πρόσβαση στα δεδομένα», και το κυριότερο αν  οι εφαρμογές αυτές των έξυπνων ρολογιών είναι προδρομικές εφαρμογές για άλλες που δεν θα αρκούνται στην εξωτερική επαφή με το σώμα αλλά θα λειτουργούν σε σύνδεση με το σώμα, νευρώνες ή κάτι άλλο.

Από τα έξυπνα ρολόγια και τα δεδομένα υγείας, στην ενσωμάτωση αισθητήρων και τη συζήτηση για τα όρια της ανθρώπινης αυτονομίας...

Το Smartwatch (έξυπνο ρολόι) είναι ένα μικρό υπολογιστικό σύστημα φορεμένο στον καρπό, με λειτουργίες πολύ πάνω από ένα απλό ρολόι. Συνδέεται με το κινητό τηλέφωνο ή το διαδίκτυο και περιλαμβάνει αισθητήρες όπως μετρητή καρδιακού ρυθμού, επιταχυνσιόμετρο / γυροσκόπιο που ανιχνεύει κίνηση και βήματα, GPS για εντοπισμό θέσης, αισθητήρα ύπνου και δραστηριότητας, ειδοποιήσεις, εφαρμογές υγείας κ.α. Ανάλογα με το μοντέλο, μπορεί να μετράει και οξυγόνωση αίματος, θερμοκρασία σώματος και επίπεδο στρες. Αυτές οι μετρήσεις συλλέγονται καθημερινά όσο το φορά ο χρήστης.

Το Cloud (σύννεφο) αναφέρεται σε απομακρυσμένους διακομιστές στο διαδίκτυο όπου συγχρονίζονται και αποθηκεύονται δεδομένα από συσκευές. Ένα smartwatch συνήθως μεταφέρει εκεί δεδομένα (π.χ. δραστηριότητες, διαδρομές, ύπνος) μέσω μιας εφαρμογής στο κινητό ή απευθείας με σύνδεση Wi-Fi/κινητής. Αυτά τα δεδομένα παραμένουν προσβάσιμα μέσω λογαριασμού χρήστη σε πλατφόρμες όπως Apple, Google, Fitbit κ.λπ.

Ανάλογα με τις δυνατότητες του ρολογιού, μπορεί να συλλέγει: Βιομετρικά (φυσιολογικά) δεδομένα, όπως καρδιακό ρυθμό, αναπνοές/οξυγόνο αίματος, περιεκτικότητα άσκησης και χρόνους ανάπαυσης, ποιότητα ύπνου (ώρες, αναταραχές), κίνηση και βήματα, γεωγραφική θέση (GPS), ύψος/βαθμός ανηφόρας.

Από την είδηση που δημοσιεύσαμε για τον εξαφανισμένο πυροσβέστη, μαθαίνουμε ότι οι αρχές είδαν μέσω του cloud του smartwatch ότι ο άνδρας κοιμόταν μόλις 2–3 ώρες το βράδυ, και μία ώρα 15 λεπτά τη νύχτα πριν εξαφανιστεί, καθώς και τις διαδρομές που ακολούθησε στο όρος Μπέλες, συμπεριλαμβανομένης μιας που δεν ήταν συνήθης.

Ας εξετάσουμε τώρα ποια είναι η σημασία της επαφής του ρολογιού αυτού με το σώμα του φορέα. Έτσι, ανακύπτει το ερώτημα: Μπορεί να συλλέξει αυτά τα δεδομένα αν δεν εφάπτεται με το σώμα; Η απάντηση είναι: Όχι. Οι περισσότεροι αισθητήρες ενός smartwatch (καρδιακός ρυθμός, ύπνος, οξυγόνο αίματος) βασίζονται σε άμεση επαφή με το δέρμα για σωστή μέτρηση. Χωρίς επαφή, οι μετρήσεις αυτές δεν μπορούν να συλλεχθούν αξιόπιστα. Μερικές λειτουργίες GPS ή βημάτων μπορούν να λειτουργήσουν και χωρίς επαφή με το δέρμα (π.χ. στο τραπέζι με ενεργοποιημένη ακριβή θέση), αλλά τα βιομετρικά δεν θα είναι έγκυρα χωρίς να φοριέται.

Προχωρούμε, τώρα, επαγωγικά στο επόμενο κρίσιμο ερώτημα.

Ποιος διαχειρίζεται και έχει πρόσβαση στα δεδομένα στο cloudΗ γνώση μας πάνω στο ζήτημα αυτό είναι απαραίτητη γιατί δεν πρόκειται για απλά δεδομένα, αλλά υπερευαίσθητα προσωπικά δεδομένα.

Η απάντηση είναι ότι τα δεδομένα που στέλνει ένα smartwatch στο cloud συνήθως είναι αποθηκευμένα βασικά στον λογαριασμό του χρήστη. Τα δεδομένα συνδέονται με έναν προσωπικό λογαριασμό (π.χ., Apple ID, Google account, Fitbit account). Ο ιδιοκτήτης μπορεί να τα βλέπει και να τα κατεβάζει μέσω εφαρμογής ή ιστοσελίδας. Συγχρόνως όμως είναι αποθηκευμένα και στην εταιρεία του smartwatch. Οι πάροχοι υπηρεσιών cloud (Apple, Google, Samsung, Fitbit, Garmin κ.λπ.) έχουν πρόσβαση στα δεδομένα, επικαλούμενοι λειτουργικούς σκοπούς: αποθήκευση, συγχρονισμό, ανάλυση, υποστήριξη.

Φυσικά μπορούν να έχουν πρόσβαση και δικαστικές, ανακριτικές και αστυνομικές αρχές, δηλαδή εξουσιοδοτημένες πολιτειακές αρχές με νομική διαδικασία και εγγύηση για ανάγκες έρευνας. Όπως βλέπουμε στην περίπτωση του πυροσβέστη, η αστυνομία ως προανακριτική αρχή κατάφερε να ανακτήσει τα ευρήματα από το cloud του smartwatch, δηλαδή οι αρχές είχαν πρόσβαση στα δεδομένα που ήταν αποθηκευμένα στο σύννεφο και τα εκμεταλλεύτηκαν στις έρευνες. Αυτό γίνεται συνήθως με δικαστική εντολή και άδεια ή με συγκατάθεση του κατόχου (όπου επιτρέπεται).

Τώρα, αφού γνωρίσαμε τα εργαλεία αυτά και τον προορισμό τους, είναι η ώρα να εξετάσουμε ποια θα είναι  τα επόμενα στάδια εξέλιξης. Το ερώτημα που με απασχόλησε είναι αν οι εφαρμογές αυτές των έξυπνων ρολογιών που με την επαφή τους με το σώμα του φορέα μπορούν και αντλούν, από τη βιολογική λειτουργία του σώματος, τόσο κρίσιμες πληροφορίες, είναι προδρομικές εφαρμογές για άλλες που δεν θα αρκούνται στην εξωτερική επαφή με το σώμα αλλά θα λειτουργούν σε σύνδεση με το σώμα, νευρώνες ή κάτι άλλο.

Από τα έξυπνα ρολόγια και τα δεδομένα υγείας, στην ενσωμάτωση αισθητήρων και τη συζήτηση για τα όρια της ανθρώπινης αυτονομίας...

Έτσι, πρέπει να δούμε που το πάει η τεχνολογική εξέλιξη: προς τι κατευθύνονται τα wearables;

Η μελέτη, όσων φυσικά μας επιτρέπουν να ξέρουμε, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι αναδυόμενες τάσεις δείχνουν ότι:

(α) Τα έξυπνα ρολόγια και wearables θα γίνουν πιο εξελιγμένα, με αισθητήρες υψηλής ευαισθησίας για ιατρικά δεδομένα.

(β) Μελλοντικές τεχνολογίες μπορεί να ενσωματώνουν συνδέσεις με νευρωνικά interfaces ή εμφυτεύσιμους αισθητήρες, οι οποίοι θα μπορούν να καταγράφουν ακόμα βαθύτερα βιοσημάδια, όπως εγκεφαλικές δραστηριότητες, νευρωνικά σήματα, συνεχόμενη παρακολούθηση μεταβολικών δεικτών κ.ά.

(γ) Γίνονται έρευνες για «ανεμπόδιστη» πρόσβαση σε βιομετρικά δεδομένα μέσω μη επαφής, ήτοι ανέπαφα, όπως αισθητήρες πέριξ του σώματος ή με ραδιοκύματα (π.χ. Wi-Fi sensing), αλλά μάλλον είναι σε αρχικό στάδιο.

Αυτές οι εφαρμογές μπορεί να θεωρηθούν προδρομικές για το μέλλον όπου η παρακολούθηση της υγείας (γιατί όχι και του συνόλου των βιολογικών δραστηριοτήτων του φορέα) δεν θα βασίζεται μόνο στην επαφή με το δέρμα, αλλά σε πιο “ενσωματωμένα”, ακόμα πιο ακριβή συστήματα που μπορούν να εντοπίζουν λεπτομερή φυσιολογικά και νευρωνικά δεδομένα. Παρ’ όλα αυτά, τέτοιες τεχνολογίες δεν είναι ακόμη ευρέως εμπορικές και εγείρουν σοβαρά ζητήματα ιδιωτικότητας και ηθικής. Φυσικά το ότι δεν είναι ακόμη σε ευρεία εμπορική χρήση δεν σημαίνει ότι δεν τελειοποιούνται και ότι δεν υπάρχουν, περιμένοντας τον κατάλληλο χρόνο για την κατάλληλη χρήση.

Από τα έξυπνα ρολόγια και τα δεδομένα υγείας, στην ενσωμάτωση αισθητήρων και τη συζήτηση για τα όρια της ανθρώπινης αυτονομίας...

Αφού αποκτήσαμε αυτές τις βασικές γνώσεις και γεννήθηκαν οι πρώτοι προβληματισμοί, είναι ώρα να μπούμε πιο βαθιά στο ζήτημα: Ποιος μας βεβαιώνει ότι η παρακολούθηση, με τις εφαρμογές  που θα ακολουθήσουν και που θα βασίζονται σε πιο ενσωματωμένα συστήματα, θα περιοριστεί μόνο σε ζητήματα υγείας που στο κάτω-κάτω είναι και χρήσιμα και δεν θα επεκταθεί σιγά-σιγά και σε ζητήματα προσωπικής ελευθερίας και επιτήρησης; Θα μπορούν και να επηρεάζουν τη βουλητική δύναμη του ανθρώπου; Τέλος όλα αυτά ποια σχέση έχουν με τσιπ που ο Ελον Μασκ λέει ότι παρήγαγε για να το συνδέσει με νευρώνες του εγκεφάλου;

Έτσι τώρα, θα εμβαθύνουμε το ζήτημα: Ποιος μας βεβαιώνει ότι η παρακολούθηση με τις κάθε είδους εφαρμογές, που προϋποθέτουν ενσωματωμενα συστήματα, θα περιοριστεί μόνο σε ζητήματα υγείας (που στο κάτω-κάτω είναι και χρήσιμα) και δεν θα επεκταθεί σιγά-σιγά και σε ζητήματα προσωπικής ελευθερίας και επιτήρησης; Επίσης, τα συστήματα αυτά δεν θα μπορούν να επηρεάζουν τη βουλητική δύναμη του ανθρώπου; Τα προδρομικά αυτά συστήματα έχουν σχέση με «τσιπ» που ο Ελον Μασκ λέει ότι παρήγαγε, για να το συνδέσει με νευρώνες του εγκεφάλου;

Θα το πάμε το θέμα σε βάθος, χωρίς υπεκφυγές, γιατί τα ερωτήματα αυτά  δεν είναι απλά. Είναι θεμελιώδη πολιτικά, φιλοσοφικά και τεχνολογικά — όχι απλώς τεχνικά.

Η επίσημη αφήγηση είναι πάντα η ίδια: «Υγεία, ασφάλεια, πρόληψη, ευεξία». Αυτό δεν είναι ψέμα, αλλά είναι μερική αλήθεια.

Ας εξετάσουμε όμως πώς λειτουργεί ιστορικά η τεχνολογία. Καμία τεχνολογία επιτήρησης δεν ξεκίνησε για έλεγχο των ανθρώπων και των κοινωνιών. Το GPS έγινε για στρατιωτική πλοήγηση. Τα κινητά  τηλέφωνα για επικοινωνία. Τα social media για κοινωνική σύνδεση. Τα smartwatches για υγεία και fitness.

Η επιτήρηση όμως  υλοποιείται έμμεσα, όταν τα δεδομένα γίνονται συνεχή, κεντρικοποιούνται  και συσχετίζονται μεταξύ τους.

Στην περίπτωση των ενσωματωμένων βιοσυστημάτων, μιλάμε για  δεδομένα σώματος επί 24ώρου βάσεως, για δεδομένα διάθεσης, για επίπεδα στρες, για πρότυπα ύπνου, για αντιδράσεις σε ερεθίσματα. Αυτά δεν είναι απλώς ιατρικά δεδομένα. Είναι δεδομένα συμπεριφοράς και ψυχολογικής κατάστασης. Άρα η επέκταση από την υγεία στην επιτήρηση δεν είναι “αν”, αλλά “πότε και με ποιον έλεγχο”.

Εδώ περνάμε στο κρίσιμο σημείο. Να το ξεκαθαρίσουμε: η παρακολούθηση δεν συνεπάγεται έλεγχο μέχρι να συνδεθεί με feedback (=ανατροφοδότηση, ανάδραση).

Τα σημερινά συστήματα μετρούν, αναλύουν, προτείνουν. Τα αυριανά θα παρεμβαίνουν.

Να μερικά παραδείγματα ήπιας παρέμβασης: ειδοποίηση του τύπου «χαλάρωσε», αλλαγή φωτισμού, ήχος / δόνηση, μικροερέθισμα.

Αυτό λέγεται  ρύθμιση συμπεριφοράς (behavioral modulation ).

Το όριο ξεπερνιέται όταν το σύστημα ξέρει πότε είσαι ευάλωτος, προβλέπει την αντίδρασή σου και ιδίως παρεμβαίνει πριν αποφασίσεις. Τότε δεν μιλάμε μεν για εξαναγκασμό. Μιλάμε όμως για καθοδήγηση χωρίς συνειδητή συναίνεση.

Η απάντηση είναι, ναι. Όχι άμεσα, αλλά στατιστικά και σωρευτικά.

Θα το εξηγήσω με βάση του πώς λειτουργεί η βούληση. Η ανθρώπινη βούληση εξαρτάται από ενέργεια, ύπνο, συναισθηματική κατάσταση, γνωστικό φορτίο.

Αν λοιπόν ένα σύστημα γνωρίζει πότε είσαι κουρασμένος, πότε είσαι αγχωμένος, πότε είσαι πιο δεκτικός, τότε μπορεί να καθυστερεί, να ενισχύει ή να αποδυναμώνει επιλογές. Δεν χρειάζεται να «διατάξει» τον εγκέφαλο. Αρκεί να ρυθμίζει το περιβάλλον και τα ερεθίσματα. Αυτό είναι πιο ισχυρό από άμεσο έλεγχο.

Ναι , υπάρχει άμεση εννοιολογική και τεχνολογική συνέχεια. Ο Έλον Μασκ μέσω της εταιρείας Neuralink αναπτύσσει BCI (BrainComputer Interfaces), δηλαδή συστήματα που διαβάζουν (και δυνητικά διεγείρουν) νευρωνική δραστηριότητα και τη μετατρέπουν σε ψηφιακό σήμα. Αυτό που εμφυτεύεται δεν είναι ένα απλό “τσιπ” με την κλασική έννοια. Αποτελείται από μικροεπεξεργαστή (chip), δεκάδες ή εκατοντάδες λεπτότατα ηλεκτρόδια (threads), σύστημα ασύρματης επικοινωνίαςσύστημα τροφοδοσίαςβιοσυμβατά υλικά και λογισμικό αποκωδικοποίησης νευρωνικών σημάτων. Δηλαδή είναι ολόκληρο νευροτεχνολογικό σύστημα, όχι ένα chip όπως το καταλαβαίνουμε από τις κάρτες ή τους υπολογιστές.

Τι ακριβώς όμως είναι αυτά τα σύνθετα εμφυτεύσιμα συστήματα διεπαφής εγκεφάλου–υπολογιστή; Δεν είναι «τσιπ ελέγχου σκέψης», όπως συχνά παρουσιάζονται, αλλά ηλεκτρόδια που διαβάζουν νευρωνικά σήματα και μπορούν (θεωρητικά) να διεγείρουν νευρώνες.

Σήμερα ο κατασκευαστής δηλώνει ως στόχους: παράλυση, Parkinson, τραύματα. Αύριο: ενίσχυση μνήμης, μείωση άγχους, βελτιστοποίηση συγκέντρωσης.

Καταλαβαίνουμε πλέον τη διαφορά: Τα smartwatches είναι εξωτερικοί αισθητήρες. Τα BCI είναι εσωτερικοί αισθητήρες/διεγέρτες.

Είναι ίδια λογική, αλλά πολύ διαφορετικό το βάθος διείσδυσης.

Είναι πολιτικό και ανθρωπολογικό. Το προσδιορίζουν τα ερωτήματα: α) Ποιος ορίζει ποια δεδομένα είναι “υγεία”; β) Ποιος αποφασίζει πότε επιτρέπεται παρέμβαση; γ) Μπορείς να αποσυνδεθείς χωρίς να αποκλειστείς κοινωνικά; δ) Τι σημαίνει ελεύθερη βούληση όταν το σύστημα σε γνωρίζει καλύτερα από εσένα;

Το ξέρουμε πολύ καλά από την εμπειρία της «πανδημίας covid» και των σκευασμάτων που μας πλασάραν ως «εμβόλια». Η τεχνολογία δεν έχει ηθική κατεύθυνση από μόνη της. Την κατεύθυνση τη δίνουν οι θεσμοί, τα οικονομικά κίνητρα, και η κοινωνική ανοχή.

Και να μη ξεχνούμε τη ρήση του Πλάτωνα στο Μενέξενο: «πᾶ­σά τε ἐ­πι­στή­μη χω­ρι­ζο­μέ­νη δι­και­ο­σύ­νης καὶ τῆς ἄλ­λης ἀ­ρε­τῆς πα­νουρ­γί­α, οὐ σο­φί­α φα­ί­νε­ται».

Τα smartwatches και τα συναφή δεν είναι ουδέτερα, είναι προδρομικά και ανοίγουν τον δρόμο για βαθύτερη ενσωμάτωση ανθρώπου–συστήματος. Δεν οδηγούν αναγκαστικά σε δυστοπία. Αλλά χωρίς σαφή όρια και με πονηρές προθέσεις, οδηγούν αναπόφευκτα σε κοινωνίες όπου η ελευθερία δεν αφαιρείται, απλώς αναπρογραμματίζεται.

Η τεχνολογία που παρακολουθεί το σώμα δεν είναι ουδέτερη. Όσο βαθύτερα εισχωρεί στο βιολογικό και νευρωνικό επίπεδο, τόσο λιγότερο αφορά “εργαλεία” και τόσο περισσότερο αφορά εξουσία πάνω στον άνθρωπο. Το παρόν μανιφέστο δεν στρέφεται κατά της τεχνολογίας, αλλά υπέρ της ανθρώπινης κυριαρχίας επ’ αυτής.

Άρθρο 1 — Αρχή της Βιολογικής Κυριαρχίας

Το ανθρώπινο σώμα και ο εγκέφαλος δεν είναι πλατφόρμες δεδομένων. Κάθε βιολογικό ή νευρωνικό σήμα ανήκει αποκλειστικά στο άτομο από το οποίο προέρχεται.

Άρθρο 2 — Αρχή της Ελαχιστοποίησης

Συλλέγεται μόνο το απολύτως αναγκαίο δεδομένο, για συγκεκριμένο σκοπό, για περιορισμένο χρόνο. Η διαρκής συλλογή “για κάθε ενδεχόμενο” συνιστά επιτήρηση, όχι φροντίδα.

Άρθρο 3 — Απαγόρευση Βιο- και Νευρο-Σκοραρίσματος

Απαγορεύεται κάθε μορφή: βαθμολόγησης ανθρώπων με συστήματα κοινωνικής πίστωσης, κατηγοριοποίησης αξιοπιστίας, πρόβλεψης συμπεριφοράς, βάσει βιομετρικών ή νευρωνικών δεδομένων.

Ο άνθρωπος δεν είναι δείκτης ρίσκου.

Άρθρο 4 — Δικαίωμα στην Απενεργοποίηση

Κάθε άτομο έχει το απαράγραπτο δικαίωμα: να αποσυνδέεται, να μη μετριέται, να μη συγχρονίζεται, χωρίς καμία κοινωνική, οικονομική ή θεσμική ποινή.

Χωρίς αυτό, η συναίνεση είναι προσχηματική.

Άρθρο 5 — Διαφάνεια Παρέμβασης

Κάθε σύστημα που: επηρεάζει αποφάσεις, τροποποιεί περιβάλλον, ρυθμίζει συμπεριφορά, οφείλει να δηλώνει ρητά και κατανοητά πότε παρεμβαίνει, πώς, και με ποιον στόχο.

Η κρυφή παρέμβαση είναι χειραγώγηση.

Άρθρο 6 — Ιερότητα Νευροδεδομένων

Τα δεδομένα του εγκεφάλου αποτελούν ανώτατη κατηγορία ιδιωτικότητας. Δεν κατάσχονται, δεν εμπορευματοποιούνται, δεν αναλύονται μαζικά. Ο εγκέφαλος δεν είναι API (Application Programming Interface). Δεν πρέπει να αποδεχθούμε την ιδέα πως ο εγκέφαλος είναι απλώς άλλη μία διεπαφή συστήματος.

Άρθρο 7 — Τελική Αρχή

Η τεχνολογία οφείλει να υπηρετεί τον άνθρωπο, όχι να τον βελτιστοποιεί για συστήματα. Όπου αυτό παραβιάζεται, η αντίσταση δεν είναι τεχνοφοβία, είναι ανθρωπισμός.

Σημ. Για το  Μανιφέστο της Βιέννης για τον Ψηφιακό Ανθρωπισμό”  βλ. https://www.openbook.gr/manifesto-tis-viennis-gia-ton-psifiako-anthropismo/

Αναδημοσιεύστε το ΠΑΝΤΑ με ενεργό link της πηγής.

Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου.  To ιστολόγιο μας δεν υιοθετεί τις απόψεις των αρθρογράφων, ούτε ταυτίζεται με τα θέματα που αναδημοσιεύει από άλλες ενημερωτικές ιστοσελίδες και δεν ευθύνεται για την εγκυρότητα, την αξιοπιστία και το περιεχόμενό τους.

By Έλληνας Πατριώτης

Απάντηση

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ