Τράμπ και Μητσοτάκης συνένοχοι στον εξοπλισμό του ισλαμιστή Ερντογάν…

Τρεις πολιτικοί ηγέτες σε συνεδρίαση, με σημαίες ΗΠΑ, Τουρκίας και Ελλάδας μπροστά τους, και στρατιωτικό υλικό στο τραπέζι. Τράμπ και Μητσοτάκης συνένοχοι στον εξοπλισμό του ισλαμιστή Ερντογάν...

Πρόσθεσε το ellinikiafipnisis στις αγαπημένες σου πηγές ενημέρωσης

Γράφει ο Δημήτρης Γ. Απόκης

Η κυβέρνηση του Προέδρου Τραμπ έχει επισήμως ενημερώσει το Κογκρέσο για την πρόθεσή της να πωλήσει στην Τουρκία δεκάδες κινητήρες τζετ αξίας άνω των 700 εκατομμυρίων δολαρίων.

Η απόφαση αυτή, σε συνδυασμό με τις πρόσφατες δημόσιες δηλώσεις του Προέδρου σχετικά με τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Τουρκία, όπου υποσχέθηκε ένα «δώρο» στους Τούρκους και εξύμνησε τον Ερντογάν, αποτελεί μία από τις πιο απερίσκεπτες και στρατηγικά επικίνδυνες κινήσεις αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.

Χωρίς να ενισχύουν τις Ηνωμένες Πολιτείες ή τη Δύση, οι ενέργειες αυτές επιβραβεύουν έναν αναξιόπιστο και ολοένα πιο εχθρικό – επικίνδυνο παράγοντα, υπονομεύουν τη συνοχή του ΝΑΤΟ και θέτουν σε άμεσο κίνδυνο την αμερικανική ασφάλεια και τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η προσέγγιση του Τραμπ προς τον Ερντογάν ήταν ανέκαθεν προσωπική και όχι στρατηγική. Ο Πρόεδρος φαίνεται να αντιμετωπίζει τον Τούρκο ηγέτη ως έναν «ισχυρό άνδρα» με τον οποίο μπορούν να κλείνονται συμφωνίες σε τηλεφωνικές συνομιλίες.

Πρόκειται για τον ίδιο Ερντογάν που αγόρασε ρωσικά συστήματα αεράμυνας S-400, πυροδοτώντας αμερικανικές κυρώσεις και τον αποκλεισμό της Τουρκίας από το πρόγραμμα F-35.

Είναι ο ίδιος Ερντογάν που φυλακίζει δημοσιογράφους και πολιτικούς αντιπάλους, νοθεύει εκλογές και υιοθετεί ανοιχτά ένα νεοοθωμανικό όραμα που αμφισβητεί την κάθε είδους διεθνή νομιμότητα.

Κι όμως, η κυβέρνηση Τραμπ προτείνει τώρα να ενισχύσει την αεροπορική ισχύ της Τουρκίας με προηγμένους αμερικανικούς κινητήρες τζετ — τεχνολογία που σχεδόν σίγουρα θα ενσωματωθεί στο υπό κατασκευή μαχητικό αεροσκάφος της Τουρκίας ΚΑΑΝ. Ο χρονισμός δεν θα μπορούσε να είναι χειρότερος.

Η Τουρκία συνεχίζει να κατέχει παράνομα το βόρειο τμήμα της Κύπρου, διατηρεί παράνομες διεκδικήσεις σε ελληνικά νησιά του Αιγαίου και έχει επανειλημμένα παραβιάσει τον ελληνικό εναέριο χώρο με οπλισμένα drones και μαχητικά αεροσκάφη.

Έχει χρησιμοποιήσει τη μετανάστευση ως όπλο κατά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει απειλήσει και συνεχίζει να απειλεί την Ελλάδα με πόλεμο για τις θαλάσσιες ζώνες και έχει στηρίξει την επιθετικότητα του Αζερμπαϊτζάν κατά της Αρμενίας.

Στη Συρία και τη Λιβύη, οι τουρκικές δυνάμεις και πληρεξούσιοι έχουν έρθει σε άμεση αντιπαράθεση με δυτικά συμφέροντα.

Ο εξοπλισμός αυτού του καθεστώτος με πιο ισχυρούς κινητήρες τζετ δεν αποτρέπει την κακή συμπεριφορά, απλά την επιδοτεί. Κάθε επιπλέον τουρκικό μαχητικό αεροσκάφος που μπορεί να πετάξει μακρύτερα και να πλήξει πιο αποτελεσματικά αυξάνει τον κίνδυνο μια μελλοντική κρίση στο Αιγαίο ή την Ανατολική Μεσόγειο να κλιμακωθεί σε άμεση σύγκρουση μεταξύ δύο μελών του ΝΑΤΟ.

Εάν μάλιστα προστεθεί σε αυτές τις απερίσκεπτές και στρατηγικά επικίνδυνες κινήσεις της κυβέρνησης Τράμπ, η εκκολαπτόμενη έγκριση στην επερχόμενη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, έγκριση δύο νέων νατοϊκών στρατηγείων, στη Κωνσταντινούπολη και στα Άδανα, από όπου θα ελέγχονται επιχειρησιακά η Μαύρη Θάλασσα και η Ανατολική Μεσόγειος, όπως εγκαίρως έχει προειδοποιήσει ο πρώην πρωθυπουργός, Αντώνης Σαμαράς, τότε η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο επικίνδυνη για την πατρίδα μας, με δεδομένο ότι η Τουρκία θα αποκτήσει τον ουσιαστικό έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου, άρα του Αιγαίου.

Αυτό δεν είναι θεωρητική ανάλυση. Η Ελλάδα, ένας πιστός σύμμαχος του ΝΑΤΟ που δεν αγόρασε ποτέ ρωσικά στρατηγικά συστήματα ούτε απείλησε άλλα μέλη, έχει παρακολουθήσει διαδοχικές αμερικανικές κυβερνήσεις να διστάζουν να της πουλήσουν προηγμένα όπλα, ενώ η Τουρκία —παρά τις προκλήσεις της— λαμβάνει ευνοϊκή μεταχείριση.

Το μήνυμα που στέλνεται στην Αθήνα και σε άλλα κράτη της πρώτης γραμμής είναι σαφές: η αμερικανική υποστήριξη είναι συναλλακτική και διατίθεται στον υψηλότερο πλειοδότη ή στον πιο τσαμπουκά αυταρχικό ηγέτη.

Ένα τέτοιο σήμα διαβρώνει την αποτροπή, αποδυναμώνει τη νότια πτέρυγα του ΝΑΤΟ και προσκαλεί περαιτέρω τουρκικό τυχοδιωκτισμό.

Όταν συμβεί η επόμενη τουρκική εισβολή με drones ή ναυτική αντιπαράθεση, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα έχουν συμβάλει στο να καταστούν οι τουρκικές δυνάμεις πιο ικανές να προωθήσουν τις μαξιμαλιστικές διεκδικήσεις τους.

Σε αυτήν τη στρατηγική αποτυχία προστίθεται η αξιοθρήνητη πολιτική κατευνασμού – υποταγής που ακολουθεί η κυβέρνηση Μητσοτάκη.

Αντί να υψώσει μια ισχυρή, αδιαπραγμάτευτη υπεράσπιση της ελληνικής κυριαρχίας και να αντιταχθεί σθεναρά σε οποιαδήποτε ενίσχυση των τουρκικών στρατιωτικών δυνατοτήτων, ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε ατελείωτους διαλόγους, φωτογραφικές συνόδους κορυφής, υπογραφή Διακήρυξης Φιλίας και Συνεργασίας με το πειρατή του Διεθνούς Δικαίου και υποστηρικτή της τρομοκρατίας Ερντογάν και δειλές διαμαρτυρίες που η Άγκυρα αγνοεί συστηματικά.

Αυτή η προσέγγιση δεν απέφερε καμία ουσιαστική παραχώρηση για τις διαφορές στο Αιγαίο, την παράνομη κατοχή της Κύπρου ή τις συστηματικές παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου και των θαλάσσιων δικαιωμάτων από την Τουρκία.

Δίνοντας προτεραιότητα σε φωτογραφίες και αόριστα «μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης» αντί για σκληρή ισχύ και αξιοποίηση της συμμαχικής μόχλευσης, ο Μητσοτάκης έχει στείλει μήνυμα αδυναμίας όχι μόνο στον Ερντογάν αλλά και στην Ουάσινγκτον.

Η κυβέρνησή του απέτυχε να κινητοποιήσει ουσιαστική πίεση από την Ευρωπαϊκή Ένωση κατά του τουρκικού αναθεωρητισμού και παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό σιωπηλή ή αμφιλεγόμενη ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες ετοιμάζονται να παραδώσουν στον Ερντογάν προηγμένους κινητήρες τζετ που θα απειλήσουν άμεσα την ελληνική ασφάλεια.

Αυτό δεν είναι συνετή διπλωματία, είναι δειλή πολιτική κατευνασμού που ενθαρρύνει την Τουρκία και υπονομεύει τη διαπραγματευτική θέση της Ελλάδας.

Η εθνικά επικίνδυνη εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη, έναντι της Τουρκίας, διευκόλυνε την επικίνδυνη στροφή του Προέδρου Τραμπ προς την Άγκυρα.

Μια πιο δυναμική ελληνική φωνή εντός του ΝΑΤΟ και της ΕΕ θα μπορούσε να περιπλέξει ή να καθυστερήσει την πώληση των κινητήρων τζετ. Αντ’ αυτού, η πολιτική υποχωρητικότητας της Αθήνας άφησε την Ελλάδα να εμφανίζεται ως ικέτης και όχι ως αποφασιστικός σύμμαχος.

Όταν οι τουρκικές απειλές ενταθούν —όπως θα συμβεί αναπόφευκτα— η ίδια κυβέρνηση που αρνήθηκε να αντιμετωπίσει τον Ερντογάν με αποφασιστικότητα θα βρεθεί ακόμη πιο εκτεθειμένη, με λιγότερους φίλους και μειωμένη αξιοπιστία.

Έστω και αυτή την ύστατη ώρα ο κύριος Μητσοτάκης οφείλει να εγκαταλείψει αμέσως αυτήν την αποτυχημένη πολιτική κατευνασμού. Πρέπει να υψώσει καθαρά, δημόσια και χωρίς υπεκφυγές την ισχυρή αντίθεση της Ελλάδας στην προτεινόμενη πώληση αμερικανικών κινητήρων τζετ στην Τουρκία και στις κατευναστικές δηλώσεις και τη ρητορική περί «δώρου» του Προέδρου Τραμπ κατά τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Τουρκία.

Μια επίσημη διακοίνωση προς την Ουάσινγκτον, συντονισμένη διπλωματική δράση με άλλους προβληματισμένους ευρωπαίους εταίρους, το Ισραήλ, και μια σαφής δημόσια δήλωση που απαιτεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες να μην επιβραβεύουν την τουρκική επιθετικότητα αποτελούν το απόλυτο ελάχιστο απαιτούμενο.

Οτιδήποτε λιγότερο θα επιβεβαιώσει ότι τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα θυσιάζονται στον βωμό της προσωπικής διπλωματίας και του βραχυπρόθεσμου συμφέροντος.

Τα αμερικανικά συμφέροντα δεν εξυπηρετούνται από βραχυπρόθεσμες πωλήσεις όπλων που ενισχύουν έναν ηγέτη ο οποίος αντιμετωπίζει τη συμμετοχή στο ΝΑΤΟ ως άδεια για εκβιασμό και όχι ως συμμαχική δέσμευση.

Η αμερικανική – δυτική ασφάλεια δεν προωθείται με την ενίσχυση των στρατιωτικών δυνατοτήτων μιας χώρας που έχει επανειλημμένα δράσει κατά των συλλογικών συμφερόντων της συμμαχίας.

Οι κινητήρες τζετ που προτείνονται τώρα για πώληση και η πιθανή πώληση των F-35 δεν θα υπερασπιστούν αμερικανικά ή ευρωπαϊκά συμφέροντα. Θα βοηθήσουν τον Ερντογάν να προωθήσει τη δική του επεκτατική ατζέντα —ενώ η σιωπή και ο κατευνασμός της κυβέρνησης Μητσοτάκη καθιστούν αυτή την έκβαση πιο πιθανή.

Ο κύριος Μητσοτάκης εξακολουθεί να έχει την ευκαιρία να διορθώσει πορεία και να αποτρέψει την καταστροφική για τα ελληνικά αλλά και τα αμερικανικά εθνικά συμφέροντα πολιτική της κυβέρνησης Τράμπ. Οφείλει να το κάνει τώρα, προτού η ασφάλεια της Ελλάδας και η συνοχή της δυτικής συμμαχίας υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά.

(*) Ο Δημήτρης Γ. Απόκης, είναι Διεθνολόγος, με ειδίκευση στην Αμερικανική Εξωτερική Πολιτική, Γεωπολιτική και Διεθνή Οικονομία. Απόφοιτος των πανεπιστημίων The American University, School of International Service, και The Johns Hopkins University, The Paul H. Nitze, School of Advanced International Studies της Ουάσιγκτον. Είναι μέλος του The International Institute for Strategic Studies, του Λονδίνου. Ως Δημοσιογράφος, υπήρξε επί σειρά ετών διαπιστευμένος ανταποκριτής στο Λευκό Οίκο, στο Στέητ Ντιπάρτμεντ και στο Αμερικανικό Πεντάγωνο.

Αναδημοσιεύστε το ΠΑΝΤΑ με ενεργό link της πηγής.

Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου.  To ιστολόγιο μας δεν υιοθετεί τις απόψεις των αρθρογράφων, ούτε ταυτίζεται με τα θέματα που αναδημοσιεύει από άλλες ενημερωτικές ιστοσελίδες και δεν ευθύνεται για την εγκυρότητα, την αξιοπιστία και το περιεχόμενό τους.


Discover more from Ελλήνων Αφύπνιση

Subscribe to get the latest posts sent to your email.

By Έλληνας Πατριώτης

Απάντηση

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

Discover more from Ελλήνων Αφύπνιση

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading