Ζήσε τον μύθο σου ως εργαζόμενος στην Ελλάδα…

Ζήσε τον μύθο σου ως εργαζόμενος στην Ελλάδα...

Άρθρο του Μιχάλη Χαιρετάκη

Υπάρχει μια φράση που πουλήθηκε κάποτε ως τουριστικό σύνθημα: «Ζήσε τον μύθο σου στην Ελλάδα». Για τον επισκέπτη, ο μύθος είναι το ηλιοβασίλεμα στη Σαντορίνη και ο Παρθενώνας στο φως του Ιουλίου. Για όποιον δουλεύει στη χώρα, ο μύθος έχει διαφορετικό σενάριο. Ξυπνάς σε ένα αστικό κέντρο. Παίρνεις μισθό που τελειώνει πριν τελειώσει ο μήνας. Πληρώνεις ενοίκιο σε τιμές που πριν λίγα χρόνια θα ακούγονταν παράλογες. Και ακούς από πάνω ότι η οικονομία τρέχει, οι δείκτες βελτιώνονται, η χώρα επέστρεψε.

Επέστρεψε πού, ακριβώς, παραμένει ανοιχτό ερώτημα. Στον εργαζόμενο, πάντως, όχι σαφώς.

Από την 1η Απριλίου 2026 ο νομοθετημένος κατώτατος μισθός διαμορφώνεται στα 920 ευρώ μικτά, αύξηση 4,55% από τα 880 ευρώ της προηγούμενης περιόδου. Το νέο ποσό δημοσιεύθηκε από το Υπουργείο Εργασίας και αντιστοιχεί σε αύξηση 40 ευρώ μικτά τον μήνα. [1]

Παράλληλα, η Τράπεζα της Ελλάδος καταγράφει για το γ΄ τρίμηνο του 2025 ετήσια άνοδο τιμών διαμερισμάτων 6,6% στην Αθήνα, 9,6% στη Θεσσαλονίκη, 8,9% στις άλλες μεγάλες πόλεις και 8,5% στις λοιπές περιοχές. Συνολικά για τη χώρα, η αύξηση φτάνει στο 7,7%, μετά από 9,1% το 2024 και 13,9% το 2023. [2]

Η Eurostat δίνει το ευρωπαϊκό πλαίσιο. Το 2024, στις ελληνικές αστικές περιοχές, το 29% του πληθυσμού ζούσε σε νοικοκυριό όπου οι δαπάνες στέγασης ξεπερνούν το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος. Είναι το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σχεδόν τριπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου που κινήθηκε γύρω στο 10%. Στους νέους ηλικίας 15 έως 29 ετών, ο δείκτης φτάνει 30,3%, επίσης υψηλότερος στην ΕΕ. [3]

Αυτά τα τρία νούμερα, βαλμένα δίπλα δίπλα, δεν περιγράφουν απλώς ακρίβεια. Περιγράφουν αναντιστοιχία ανάμεσα σε εισόδημα και κόστος ζωής. Όταν ο κατώτατος μισθός ανεβαίνει 4,55% και η μέση τιμή κατοικίας πάει 7,7%, η διαφορά δεν είναι λογιστική, είναι κοινωνική. Δείχνει ποιος προλαβαίνει την αγορά και ποιος μένει πίσω.

Όταν η κυβέρνηση παρουσιάζει την αύξηση του κατώτατου μισθού ως κοινωνική επιτυχία, παραλείπει το πλαίσιο. Σύμφωνα με το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, την περίοδο 2009-2024 ο μέσος ετήσιος πραγματικός μισθός στην Ελλάδα μειώθηκε κατά 32,8%. Την περίοδο 2019-2024, παρά τις διαδοχικές ονομαστικές αυξήσεις, η μεταβολή του πραγματικού μισθού ήταν αρνητική κατά 1,1%. Το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των ελληνικών νοικοκυριών παραμένει περίπου 15% χαμηλότερο σε σύγκριση με το 2009. [4]

Η Eurostat κατατάσσει τον μέσο ετήσιο μισθό στην Ελλάδα στα περίπου 18.000 ευρώ το 2024, προτελευταίο στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σε όρους αγοραστικής δύναμης σε σταθερές μονάδες, η ελληνική θέση το 9μηνο του 2025 έχει υποχωρήσει στην τελευταία θέση της ΕΕ, κάτω και από τη Βουλγαρία. [5]

Η εξήγηση δεν είναι μυστήριο. Ο πληθωρισμός στην Ελλάδα την περίοδο 2022 έφτασε το 9,3% σε ετήσια βάση, ακολουθήθηκε από 4,2% το 2023 και 3,0% το 2024 (Αύγουστος). Η σωρευτική αύξηση τιμών τροφίμων από τον Ιανουάριο του 2021 έως τον Απρίλιο του 2024 ανήλθε στο 19,7%. Όταν ο πληθωρισμός στα βασικά αγαθά κινείται σε διψήφια ποσοστά για δύο χρόνια και οι μισθοί αυξάνονται μόνο 4 ή 5%, το αποτέλεσμα δεν είναι αύξηση. Είναι μερική αναπλήρωση μιας απώλειας που είχε ήδη συντελεστεί.

Είναι σαν να σου παίρνουν 100 ευρώ από το μηνιαίο εισόδημα, και ένα χρόνο αργότερα να σου επιστρέφουν 30, ενώ ταυτόχρονα ανακοινώνουν ότι η οικονομία πάει καλά επειδή σου έδωσαν 30. Πολιτικά είναι αύξηση. Στην τσέπη παραμένει απώλεια 70.

Πάμε στο απλό παράδειγμα. Δυάρι 55 τετραγωνικών στην Αθήνα, σε αξιοπρεπή αλλά όχι ακριβή συνοικία (Πετράλωνα, Νέος Κόσμος, Αγία Παρασκευή, παλιά Κυψέλη, κάποιες γειτονιές της Θεσσαλονίκης ως αναφορά). Σήμερα η μέση τιμή τέτοιων ακινήτων κινείται γύρω στα 2.500 ευρώ ανά τετραγωνικό. Πρόκειται για παλιό διαμέρισμα, τυπικά κατασκευής 1965 έως 1980, που σύμφωνα με την απογραφή της ΕΛΣΤΑΤ του 2021 αντιπροσωπεύει την πλειονότητα του στεγαστικού αποθέματος στο κέντρο της Αθήνας: έξι στα δέκα διαμερίσματα στον κεντρικό τομέα χτίστηκαν την περίοδο 1961-1980, και μόλις ένα στα δέκα μετά το 2000. [6]

Με 2.500 ευρώ ανά τετραγωνικό, η αφετηρία είναι 137.500 ευρώ. Σε αυτά προστίθενται φόρος μεταβίβασης 3% (4.125 ευρώ), αμοιβές συμβολαιογράφου, μεσιτικά, δικηγορικά, έλεγχος τίτλων. Το συνολικό κόστος πριν μπει νοικοκυραίος μέσα κινείται γύρω στις 146.000 ευρώ.

Σχεδόν ποτέ, όμως, ένα διαμέρισμα 55 ετών δεν παραδίδεται έτοιμο. Παλιές σωληνώσεις, παλιά καλώδια, ξύλινα ή αλουμινένια κουφώματα πρώτης γενιάς, κουζίνες και μπάνια που είναι ασύμβατα με τη σημερινή χρήση. Μια αξιοπρεπής λειτουργική ανακαίνιση κοστίζει σήμερα 25.000 με 40.000 ευρώ για ένα δυάρι αυτού του μεγέθους, ανάλογα με την έκταση των εργασιών. Με μέτρια ανακαίνιση 30.000 ευρώ, το πραγματικό κόστος μπαίνει στα 176.000 ευρώ.

Με 20% ίδια συμμετοχή και δάνειο 110.000 ευρώ για 30 χρόνια στο 4%, η μηνιαία δόση κινείται γύρω στα 525 ευρώ. Συνολική αποπληρωμή για τα 30 χρόνια, μαζί με τόκους, γύρω στα 189.000 ευρώ. Αν χρηματοδοτηθεί και η ανακαίνιση με καταναλωτικό ή στεγαστικό συμπληρωματικό δάνειο, ο συνολικός λογαριασμός φτάνει εύκολα τις 230.000 ευρώ σε ορίζοντα τριακονταετίας.

Στο χαρτί φαντάζει εφικτό. Δέκα με δώδεκα μικτοί ετήσιοι μισθοί ενός μέσου εργαζομένου. Στην πράξη, οι μισθοί δεν αποταμιεύονται ακέραιοι. Από έναν ελληνικό μισθό περισσεύουν, στις ευνοϊκές περιπτώσεις, 150 με 250 ευρώ τον μήνα, εφόσον δεν υπάρχουν παιδιά, αυτοκίνητο που χαλάει, γονιός που αρρώστησε, ή κάποιο σπάσιμο της ρουτίνας. Με αυτόν τον ρυθμό, και μόνο για την ίδια συμμετοχή του 20%, χρειάζονται περίπου δώδεκα χρόνια αποταμίευσης. Η ανακαίνιση μένει για μετά.

Υπάρχει μια ανείπωτη παράμετρος στην ελληνική αγορά κατοικίας που σπάνια μπαίνει στην κουβέντα κατά την υπογραφή. Είναι η ηλικία του κτιρίου σε σχέση με το προσδόκιμο ζωής του.

Ο πρώτος ελληνικός αντισεισμικός κανονισμός θεσμοθετήθηκε το 1959. Τροποποιήθηκε ουσιαστικά το 1984, με ισχύ από το 1985. Αυστηροποιήθηκε ξανά με τον Νέο Ελληνικό Αντισεισμικό Κανονισμό (ΝΕΑΚ) το 1995 και με τον Ελληνικό Αντισεισμικό Κανονισμό (ΕΑΚ) το 2000. Σύμφωνα με μελέτες που έχουν παρουσιαστεί στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας, περίπου το 80% του κτιριακού αποθέματος της χώρας έχει κατασκευαστεί πριν από το 1985, ενώ ένα 30% δεν έχει σχεδιαστεί με κανέναν αντισεισμικό κανονισμό. [7]

Ένα διαμέρισμα του 1970, στο οποίο σήμερα μπαίνει νέος αγοραστής με τριακονταετές δάνειο, είναι πενήντα έξι ετών. Στο τέλος του δανείου, το 2056, θα είναι ογδόντα έξι ετών. Έχει χτιστεί με τον κανονισμό του 1959 και πιθανότατα δεν έχει υποστεί καμία στατική ενίσχυση. Έχει περάσει τους σεισμούς των Αλκυονίδων το 1981 και της Πάρνηθας το 1999. Δεν έχει περάσει ακόμη τον σεισμό που οι σεισμολόγοι θεωρούν στατιστικά αναμενόμενο στη λεκάνη της Αττικής σε ορίζοντα δεκαετίας έως πεντηκονταετίας.

Αυτή η παράμετρος δεν είναι δραματική. Είναι μηχανική. Αν αγοράσεις ένα παλιό δυάρι, αναλαμβάνεις ένα ρίσκο που η αγορά δεν αποτιμά διαφανώς. Οι αξιολογήσεις τράπεζας για στεγαστικό δάνειο σπάνια συνοδεύονται από στατική μελέτη του κτιρίου. Η ασφάλιση κατοικίας έναντι σεισμού είναι προαιρετική και, σε πολλά παλαιά κτίρια χωρίς πρόσφατο πιστοποιητικό στατικής επάρκειας, ακριβή ή σχεδόν απαγορευτική. Δηλαδή ο αγοραστής επωμίζεται ένα δομικό ρίσκο που δεν έχει εκτιμηθεί από κανέναν αρμόδιο φορέα στη συναλλαγή.

Η ακρίβεια σήμερα δεν είναι αφηρημένη έννοια. Είναι μια συγκεκριμένη αίσθηση στο ταμείο του σούπερ μάρκετ. Ένα καλάθι που πριν τρία χρόνια κόστιζε εξήντα ευρώ, σήμερα φτάνει τα ογδόντα. Όχι επειδή ο καταναλωτής αγόρασε περισσότερα. Επειδή τα ίδια αγαθά πληρώνονται ακριβότερα.

Η σωρευτική αύξηση των τιμών στα τρόφιμα από τον Ιανουάριο του 2021 έως τον Απρίλιο του 2024 ανήλθε σε 19,7%, σύμφωνα με ανάλυση του ΙΟΒΕ βάσει στοιχείων ΕΛΣΤΑΤ. Στα επεξεργασμένα τρόφιμα η αύξηση ήταν ακόμα μεγαλύτερη. Στο ελαιόλαδο, η αύξηση το 2024 έφτασε σε διψήφια ποσοστά για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά. Ο Δείκτης Τιμών Εκροών σε γεωργία και κτηνοτροφία τον Φεβρουάριο του 2026 αυξήθηκε κατά 4%, την υψηλότερη αύξηση εδώ και είκοσι έναν μήνες. [8]

Η σύγκριση με τους μισθούς είναι αμείλικτη. Όταν τα βασικά τρόφιμα ακριβαίνουν σωρευτικά 20% σε τρία χρόνια και οι μισθοί αυξάνονται σε πραγματικούς όρους αρνητικά, το νοικοκυριό δεν φτωχαίνει επειδή ξοδεύει περισσότερα. Φτωχαίνει επειδή το ίδιο καλάθι κοστίζει περισσότερο.

Πάνω σε αυτή την ακρίβεια, η ελληνική φορολογία προσθέτει το δικό της κεφάλαιο. Ο γενικός συντελεστής ΦΠΑ στην Ελλάδα παραμένει στο 24%, ένας από τους υψηλότερους στην Ευρωζώνη, μαζί με τη Φινλανδία. Στα βασικά τρόφιμα ο συντελεστής είναι μειωμένος (13%), αλλά στα επεξεργασμένα, στα ποτά, στα είδη καθαριότητας και σε πολλά άλλα προϊόντα του σούπερ μάρκετ ο 24% εφαρμόζεται κανονικά. Πάνω από το 40% των συνολικών φορολογικών εσόδων της χώρας προέρχεται από έμμεση φορολογία, δέκα μονάδες πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. [9]

Έμμεση φορολογία σημαίνει ότι ο εργαζόμενος δεν την αντιλαμβάνεται ως φόρο. Την πληρώνει κάθε φορά που γεμίζει το ντεπόζιτο, κάθε φορά που περνά διόδια, κάθε φορά που αγοράζει σαμπουάν, κάθε φορά που πληρώνει λογαριασμό κινητού. Είναι ο πιο αόρατος και ο πιο επώδυνος φόρος ταυτόχρονα, γιατί χτυπά κάθε εισόδημα με τον ίδιο συντελεστή, χωρίς να ρωτάει αν είσαι σε θέση να πληρώσεις.

Η εικόνα στις αντλίες βενζίνης είναι ένα ξεχωριστό κεφάλαιο.

Σύμφωνα με συγκριτικά στοιχεία, στις αρχές του 2026 περίπου το 60% της τελικής τιμής της βενζίνης στην Ελλάδα αποτελείται από φόρους. Στα 1,85 ευρώ ανά λίτρο που πληρώνει ο καταναλωτής, τα 1,10 ευρώ είναι Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης και 0,35-0,40 ευρώ είναι ΦΠΑ 24%. Σημαντικό: ο ΦΠΑ υπολογίζεται όχι μόνο πάνω στην καθαρή τιμή του διυλιστηρίου, αλλά και πάνω στον ΕΦΚ. Δηλαδή ο καταναλωτής πληρώνει φόρο πάνω σε φόρο. [10]

Όταν η Ισπανία ανακοίνωσε στις αρχές του 2026 ότι μειώνει τον ΦΠΑ στα καύσιμα από 21% σε 10%, η Ελλάδα κράτησε σταθερά το 24%. Τα έσοδα από τη φορολογία καυσίμων υπερβαίνουν το 1,7 δισ. ευρώ ετησίως και αποτελούν πυλώνα του προϋπολογισμού. Είναι, πολιτικά, ο πιο εύκολος φόρος. Δεν χρειάζεται νομοθεσία. Συλλέγεται κάθε μέρα, στις ταμειακές μηχανές των πρατηρίων.

Στο ίδιο πλαίσιο τοποθετούνται τα διόδια. Στους ελληνικούς αυτοκινητόδρομους ο εργαζόμενος που κάνει μια μέση διαδρομή Αθήνα-Θεσσαλονίκη πληρώνει σήμερα γύρω στα 35 ευρώ μόνο σε διόδια, στα οποία προστίθενται καύσιμα γύρω στα 65 ευρώ για ένα μέσο αυτοκίνητο. Δηλαδή 100 ευρώ ταξίδι μονής διαδρομής, χωρίς διανυκτέρευση και χωρίς φαγητό. Σε δυο φίλους που ταξιδεύουν μαζί, ένα Σαββατοκύριακο εκτός Αθήνας ξεκινά με ένα κόστος που πριν δεκαπέντε χρόνια ήταν το μισό.

Από την 1η Ιανουαρίου 2026, η ΕΥΔΑΠ προχώρησε σε ριζική αναδιάρθρωση των τιμολογίων της. Το πάγιο ύδρευσης για τους οικιακούς καταναλωτές διπλασιάστηκε, από 1 ευρώ σε 2 ευρώ, ενώ προστέθηκε νέο τέλος αποχέτευσης 1 ευρώ. Παρότι η χρέωση ανά κυβικό μέτρο για τα νοικοκυριά παρέμεινε σταθερή, στις επαγγελματικές και βιομηχανικές χρεώσεις η αύξηση έφτασε το 32,5%. Στο ειδικό τιμολόγιο προς δήμους και κοινότητες η αύξηση ήταν 35,4%, από 0,48 σε 0,65 ευρώ ανά κυβικό μέτρο, μετακυλιόμενη στο τέλος στους δημότες. [11]

Η Ελλάδα έχει διανύσει μια διετία λειψυδρίας. Η λίμνη του Μαραθώνα και ο Μόρνος έπεσαν σε ιστορικά χαμηλά. Η Υλίκη το 2026 διέθετε 159 εκατομμύρια κυβικά μέτρα νερού, σε σχέση με 262 εκατομμύρια την αντίστοιχη ημέρα του 2025. Οι βροχές του χειμώνα 2025-2026 ανέκαμψαν προσωρινά τα αποθέματα, αλλά η δομική ευπάθεια της Αττικής σε υδατικούς πόρους παραμένει.

Πάνω σε αυτή την ευπάθεια κάθεται μια μηχανή κατανάλωσης που δεν είναι πλέον αντίστοιχη με τα φυσικά αποθέματα. Η Ελλάδα του 2024 υποδέχθηκε 40,7 εκατομμύρια ξένους τουρίστες, αριθμό σχεδόν τετραπλάσιο του μόνιμου πληθυσμού της. Οι διανυκτερεύσεις μη κατοίκων διαμορφώθηκαν σε 240,8 εκατομμύρια. Σε δώδεκα χρόνια, οι διεθνείς αφίξεις διπλασιάστηκαν, από 20,1 εκατομμύρια το 2013 σε 40,7 το 2024. Στις τουριστικές νησιωτικές αγορές, η αναλογία επισκεπτών προς μόνιμους κατοίκους τους θερινούς μήνες ξεπερνά συχνά το δέκα προς ένα. Σαντορίνη, Μύκονος, Πάρος, Ίος, Σίφνος, Φολέγανδρος δέχονται περισσότερο νερό από όσο είναι σε θέση να βγάλουν.

Στην ενέργεια η εικόνα είναι παρόμοια. Παρά την έκρηξη ανανεώσιμων πηγών την τελευταία δεκαετία και την εθνική παραγωγή από αιολικά και φωτοβολταϊκά, η Ελλάδα συνεχίζει να έχει από τις υψηλότερες λιανικές τιμές ηλεκτρισμού στην Ευρωπαϊκή Ένωση για τους μικρούς καταναλωτές. Οι λογαριασμοί ρεύματος δείχνουν προμήθεια ενέργειας, αλλά κρύβουν χρεώσεις δικτύου, ΕΤΜΕΑΡ, ΥΚΩ, ειδικό φόρο κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος και ΦΠΑ. Σε ένα τυπικό νοικοκυριό, οι ρυθμιζόμενες χρεώσεις και οι φόροι αντιστοιχούν στο 35-40% του τελικού λογαριασμού.

Η Ελλάδα του 1981, όταν μπήκε στην τότε ΕΟΚ, ήταν μια χώρα με δέκα εκατομμύρια κατοίκους, εργατικό δυναμικό συγκεντρωμένο σε βιομηχανία και γεωργία, και ένα τουρισμό που έφτανε τα έξι με οκτώ εκατομμύρια επισκέπτες ετησίως. Η Ελλάδα του 2026 είναι κάτι άλλο.

Ο μόνιμος πληθυσμός παραμένει κοντά στα 10,4 εκατομμύρια, αλλά η σύνθεσή του έχει αλλάξει ριζικά. Η γήρανση είναι έντονη: σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, ο δείκτης γήρανσης (αναλογία ηλικιωμένων 65+ προς νέους 0-14) έφτασε το 178,5 στην αρχή του 2024. Οι γεννήσεις του 2024 ήταν 68.309, οι θάνατοι 125.873, σχεδόν διπλάσιοι. Η καθαρή μετανάστευση το 2024 ήταν 54.135 άτομα (132.149 εισερχόμενοι, 78.014 εξερχόμενοι), η υψηλότερη από το 2001. Σε αυτούς τους αριθμούς περιλαμβάνονται και όσοι βρίσκονται υπό καθεστώς διεθνούς ή προσωρινής προστασίας. [12]

Το πραγματικό ζήτημα δεν είναι ποιοι έρχονται, αλλά αν η χώρα έχει προσαρμόσει τις δομές της. Στα τέσσερα τελευταία χρόνια ζητάμε από ένα κράτος που σχεδιάστηκε για άλλες αναλογίες να καλύπτει ταυτόχρονα: τη γηράσκουσα γενιά που έχει συνταξιοδοτηθεί και διεκδικεί δικαίως φροντίδα και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, τους εργαζόμενους που πληρώνουν εισφορές και φόρους, τους νέους που μπαίνουν με δυσκολία στην αγορά εργασίας, τους πληθυσμούς που έχουν φτάσει στη χώρα μέσω μεταναστευτικών και προσφυγικών ροών και νόμιμα δικαιούνται πρωτοβάθμια υγειονομική περίθαλψη και βασικές υπηρεσίες, και τα 40 εκατομμύρια τουρίστες που καταναλώνουν νερό, ηλεκτρικό, τρόφιμα και υγειονομικές υπηρεσίες κάθε καλοκαίρι.

Δεν είναι ζήτημα ανθρώπων. Είναι ζήτημα αριθμητικής. Όταν οι ροές αλλάζουν τόσο γρήγορα, οι υποδομές, οι θεσμοί ένταξης, τα συστήματα υγείας και η αγορά εργασίας πρέπει να ανανεώνονται με αντίστοιχο ρυθμό. Στην ελληνική περίπτωση, αυτή η ανανέωση υστερεί επί δεκαετίες. Το σύστημα ένταξης στην αγορά εργασίας μη Ελλήνων πληθυσμών είναι αδύναμο, με αποτέλεσμα πολλοί άνθρωποι που θα μπορούσαν να συνεισφέρουν φορολογικά να παραμένουν εκτός επίσημης οικονομίας, και άλλοι να εξαρτώνται από κοινωνικές παροχές που χρηματοδοτούνται από τους φόρους όσων εργάζονται. Η ευθύνη αυτή δεν βαραίνει τους ανθρώπους που έρχονται. Βαραίνει το κράτος που δεν έφτιαξε το πλαίσιο.

Το ίδιο ισχύει για τον τουρισμό. Δεν είναι ευθύνη του Γερμανού επισκέπτη που πληρώνει διακοπές στη Σαντορίνη το γεγονός ότι το νησί δεν έχει αρκετό νερό για όλους. Είναι ευθύνη ενός μοντέλου που στήριξε υπερβολικά την οικονομία του σε έναν κλάδο μαζικής κατανάλωσης πόρων, χωρίς να επενδύσει εγκαίρως σε υποδομές αφαλάτωσης, διαχείρισης αποβλήτων, ηλεκτρικών δικτύων υψηλής χωρητικότητας, μαζικών μεταφορών.

Στην επαρχία οι αγρότες παλεύουν με αντίστροφες εξισώσεις. Το κόστος παραγωγής τους ανεβαίνει (καύσιμα, λιπάσματα, ενέργεια, ζωοτροφές, νερό άρδευσης), ενώ οι τιμές αγοράς τους από τις μεγάλες αλυσίδες λιανικής συμπιέζονται. Το αποτέλεσμα φαίνεται στα νούμερα.

Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, για πρώτη φορά από χρόνια το ισοζύγιο εξωτερικού εμπορίου σε τρόφιμα και ζώντα ζώα πέρασε σε αρνητικό έδαφος μέσα στο 2025, με τις εισαγωγές να υπερβαίνουν τις εξαγωγές κατά περίπου ένα δισεκατομμύριο ευρώ. Στον τομέα του κρέατος το έλλειμμα είναι χρόνιο και μεγάλο: 994 εκατομμύρια ευρώ το 2020, 1.029 το 2021, 1.341 το 2022, 1.525 εκατομμύρια το 2023. Στις εισαγωγές αγροτικών προϊόντων και τροφίμων από τις χώρες της Mercosur, το 2024 η Ελλάδα ξόδεψε 452 εκατομμύρια ευρώ. [13]

Μια χώρα γεωργικής παράδοσης γίνεται σταδιακά χώρα εισαγωγών. Η εγκατάλειψη της γεωργίας έχει πολλά αίτια: γήρανση των αγροτικών πληθυσμών, εγκατάλειψη της υπαίθρου, μικρό μέγεθος εκμεταλλεύσεων, ασταθείς επιδοτήσεις, υψηλό κόστος εισροών, ξηρασία, υδατική ένδεια. Το αποτέλεσμα είναι ότι ντομάτες, σκόρδα, κρεμμύδια, κρέας και πολλά λαχανικά που η Ελλάδα παρήγαγε ιστορικά μόνη της, σήμερα έρχονται από Πολωνία, Ολλανδία, Βραζιλία, Αργεντινή, Σερβία, Αλβανία, Βόρεια Μακεδονία. Πληρώνεις στο σούπερ μάρκετ ελληνικό κρεμμύδι, και διαβάζεις στην ετικέτα «προέλευση: Αίγυπτος».

Αυτή η μετατροπή δεν είναι ουδέτερη. Όταν μια χώρα εισάγει βασικά αγαθά αντί να τα παράγει, το εμπορικό της ισοζύγιο γίνεται ευάλωτο σε εξωτερικούς παράγοντες: τιμές πετρελαίου, κόστος μεταφορών, ευρωπαϊκές αποφάσεις, εμπορικοί πόλεμοι. Ο εργαζόμενος που πληρώνει στο ταμείο του σούπερ μάρκετ ένα ακριβότερο κιλό ντομάτες πληρώνει στο τέλος και αυτή τη γεωπολιτική εξάρτηση.

Οι παρακάτω περιπτώσεις είναι σύνθετες, βασισμένες σε μέσα νούμερα εισοδημάτων και κόστους ζωής όπως καταγράφονται σε στοιχεία ΕΛΣΤΑΤ, Eurostat, Spitogatos Insights και κλαδικών ενώσεων. Τα ονόματα είναι τυχαία.

Νίκος, 32 ετών, μηχανικός λογισμικού μέσου επιπέδου, Αθήνα.

Δουλεύει σε ελληνική εταιρεία τεχνολογίας με πελάτες εξωτερικού. Μικτός μηνιαίος μισθός κοντά στον διάμεσο της αγοράς, γύρω στις 2.300 ευρώ. Καθαρά στο χέρι, περίπου 1.650 ευρώ. Διαμένει σε δυάρι 55 τετραγωνικών στα Πετράλωνα. Παρακάτω, ο μηνιαίος του απολογισμός:

Ενοίκιο (δυάρι 55 τ.μ., παλιό κτίριο) 640 €

Κοινόχρηστα 55 €

ΔΕΗ, νερό, ίντερνετ, αέριο 165 €

Σούπερ μάρκετ, βασικά είδη 360 €

Αυτοκίνητο (καύσιμα, ασφάλεια, ΚΤΕΟ, συντήρηση) 150 €

Κινητό, συνδρομές 30 €

Φαγητό έξω, διασκέδαση, δώρα 150 €

Σύνολο εξόδων 1.550 €

Υπόλοιπο μήνα (πριν από έκτακτα) ≈ 100 €

Στους φίλους λέει ότι είναι από τους τυχερούς. Με δάνειο 4% και 100 ευρώ τον μήνα αποταμίευση, θα χρειαστεί περίπου δεκαπέντε χρόνια για να μαζέψει την ίδια συμμετοχή που θα του ζητήσει η τράπεζα για να αγοράσει ένα διαμέρισμα ίδιου τύπου με αυτό που σήμερα νοικιάζει.

Ελένη, 28 ετών, νοσηλεύτρια ΤΕ στο ΕΣΥ, Θεσσαλονίκη.

Με τέσσερα χρόνια προϋπηρεσίας και βάρδιες σε γενικό νοσοκομείο, οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές μαζί με τα επιδόματα νοσηλευτικής υπηρεσίας και ανθυγιεινής εργασίας κινούνται γύρω στα 1.180 ευρώ. Νοικιάζει γκαρσονιέρα 38 τετραγωνικών στην Ξηροκρήνη.

Ενοίκιο 390 €

Κοινόχρηστα 50 €

ΔΕΗ, νερό, ίντερνετ, φυσικό αέριο 150 €

Σούπερ μάρκετ 300 €

Συγκοινωνία (μηνιαία κάρτα, σπάνια ταξί) 50 €

Είδη υγείας, φαρμακείο, καλλυντικά 60 €

Διασκέδαση, οικογένεια, διάφορα 120 €

Σύνολο εξόδων 1.120 €

Υπόλοιπο μήνα ≈ 60 €

Η γιαγιά στέλνει λάδι και ζυμαρικά από το χωριό. Πέρυσι έκανε αίτηση για μετάθεση σε επαρχιακό νοσοκομείο, με την ελπίδα να μείνει σε σπίτι του παππού. Η αίτηση δεν προχώρησε. Δεν αναφέρθηκε λόγος.

Δημήτρης, 41 ετών, εργαζόμενος τουρισμού, Νάξος.

Σερβιτόρος σε ξενοδοχείο τεσσάρων αστέρων, εποχικός με ένσημα Απριλίου-Οκτωβρίου. Επτά μήνες δουλειάς με μέσο μηνιαίο εισόδημα γύρω στις 1.700 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων φιλοδωρημάτων. Πέντε μήνες με επίδομα ανεργίας ΔΥΠΑ, περίπου 480 ευρώ τον μήνα. Σύζυγος εργαζόμενη σε μίνι μάρκετ, καθαρά 850 ευρώ. Παιδί στο δημοτικό.

Δάνειο για το σπίτι στη Νάξο (μεταβλητή δόση) 320 €

ΔΕΗ, νερό, ίντερνετ 180 €

Σούπερ μάρκετ, οικογένεια τριών ατόμων 650 €

Αυτοκίνητο (καύσιμα, ασφάλεια, συντήρηση) 230 €

Παιδί (φροντιστήρια, βιβλία, ρούχα, δραστηριότητες) 280 €

Διάφορα, φαρμακείο, εποχιακά έξοδα 200 €

Σύνολο μηνιαίων εξόδων 1.860 €

Στους θερινούς μήνες τα έσοδα φτάνουν τις 2.550 ευρώ καθαρά συνολικά για το νοικοκυριό. Στους χειμερινούς, μόλις 1.330 ευρώ. Δηλαδή πέντε από τους δώδεκα μήνες του χρόνου, η οικογένεια ζει σε έλλειμμα, καλύπτοντας τη διαφορά είτε από τη θερινή αποταμίευση είτε από βοήθεια συγγενών. Όταν στα δελτία ειδήσεων ακούει ότι ο τουρισμός σπάει ρεκόρ, ο Δημήτρης συμφωνεί. Λέει ότι σπάει και αυτός μαζί.

Αυτές οι τρεις εικόνες δεν είναι ακραίες. Είναι ενδιάμεσες. Δεν περιγράφουν φτώχεια ούτε αποτυχία. Περιγράφουν μια καθημερινότητα όπου ο εργαζόμενος δουλεύει σωστά, εντός νόμου, χωρίς να ζητάει χάρη, και παρά ταύτα δεν χτίζει τίποτα δικό του. Η οικονομία γύρω του ευημερεί. Αυτός κάνει υπομονή.

Στις διαφημίσεις, η ελληνική επαρχία πουλιέται σαν λύση. Φύση, ηρεμία, οικονομικότερη ζωή. Στην πράξη, για πολλούς εργαζόμενους με συγκεκριμένες ειδικότητες, είναι μια περιοχή όπου μπορείς να ζήσεις φτηνότερα μόνο αν έχεις ήδη λύσει το θέμα του εισοδήματος. Αν δεν το έχεις λύσει, η ποιότητα ζωής μετατρέπεται σε στενότητα επιλογών.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις εκθέσεις της για την Ελλάδα επισημαίνει ότι οι ελλείψεις εργατικού δυναμικού επιμένουν κυρίως στον τουρισμό και τις κατασκευές. Οι πληροφορίες της EURES και της ΔΥΠΑ για τις περιφέρειες δείχνουν αγορές εργασίας που στηρίζονται σε εποχιακές, αγροτικές και τουριστικές δραστηριότητες, με υψηλό ποσοστό μερικής απασχόλησης. [14]

Αν είσαι σερβιτόρος, μάγειρας, καμαριέρα, αγρότης, τεχνίτης, οδηγός, υπάλληλος σε μικρή επιχείρηση, μπορείς να βρεις δουλειά σχεδόν παντού. Αν είσαι μηχανικός λογισμικού, αναλυτής δεδομένων, ειδικός κυβερνοασφάλειας, διαχειριστής προϊόντος, δικηγόρος εταιρικών συναλλαγών, ερευνητής, αναλογιστής, στέλεχος logistics, μηχανικός τηλεπικοινωνιών μεγάλης κλίμακας, η επαρχία συνήθως δεν είναι αγορά εργασίας. Είναι αναμονή. Με την προϋπόθεση της τηλεργασίας, για όσους είναι τυχεροί. Αλλιώς, φυγή.

Υπάρχουν κατηγορίες εργασίας που στην Ελλάδα συγκεντρώνονται σχεδόν αναγκαστικά στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη και σε λίγους ειδικούς κόμβους. Όχι από επιλογή του εργαζομένου, από αναγκαία υποδομή.

Στην τεχνολογία και την ψηφιακή οικονομία, οι ομάδες σπάνια υπάρχουν εκτός μεγάλων αστικών κέντρων: software engineers, devops, αρχιτέκτονες cloud, αναλυτές κυβερνοασφάλειας, σύμβουλοι ERP, στελέχη fintech, σχεδιαστές προϊόντων. Στα χρηματοοικονομικά και τις εταιρικές υπηρεσίες, οι θέσεις για auditors, risk analysts, υπεύθυνους κανονιστικής συμμόρφωσης, στελέχη ασφαλιστικών, δικηγόρους M&A, βρίσκονται κυρίως σε λίγα γραφεία της πρωτεύουσας. Στην υγεία υψηλής εξειδίκευσης, η εικόνα είναι παρόμοια: γιατροί υπερειδικοτήτων, προσωπικό μεγάλων κλινικών, τεχνικοί προηγμένων ιατρικών μηχανημάτων, regulatory affairs σε φαρμακευτικές.

Σε ναυτιλία, ενέργεια, μεγάλες υποδομές, η συγκέντρωση είναι ακόμη πιο έντονη. Πειραιάς, Αθήνα, Θεσσαλονίκη, βιομηχανικοί και ενεργειακοί κόμβοι. Στα μέσα ενημέρωσης, στη διαφήμιση, στις παραγωγές περιεχομένου, το ίδιο. Στην ακαδημαϊκή έρευνα, υπάρχουν πανεπιστήμια στην περιφέρεια, αλλά οι θέσεις είναι λίγες, οι προκηρύξεις σπάνιες, και κάθε άνοιγμα συγκεντρώνει δεκάδες ή εκατοντάδες υποψηφιότητες.

Έτσι ο εργαζόμενος μένει στην πόλη όχι επειδή την προτιμά, αλλά επειδή η χώρα δεν έχει αναπτύξει δεύτερο παραγωγικό χάρτη. Όλη η οικονομική δραστηριότητα υψηλής προστιθέμενης αξίας έχει συμπυκνωθεί σε δύο μητροπολιτικές περιοχές. Όλα τα υπόλοιπα είναι, για την αγορά εργασίας μεσαίας και ανώτερης εξειδίκευσης, σχεδόν αόρατα.

Για κάθε καλή θέση στην Ελλάδα φτάνουν εκατοντάδες βιογραφικά. Αυτό από μόνο του δεν είναι σκάνδαλο, είναι συμπίεση της αγοράς. Το πρόβλημα ξεκινά λίγο πιο πέρα. Πολλές από τις θέσεις που τελικά καλύπτονται δεν έχουν δημοσιοποιηθεί ποτέ ως αγγελίες, ή δημοσιεύονται διαδικαστικά, χωρίς ουσιαστική πρόθεση πρόσληψης από την ανοιχτή αγορά.

Στις συζητήσεις των τελευταίων ετών στους κλαδικούς συλλόγους και στις ενώσεις εργαζομένων, καταγγέλλεται μια παράλληλη πραγματικότητα στις προσλήψεις. Θέσεις που κλείνουν με τηλεφώνημα. Συστάσεις που μετρούν περισσότερο από βιογραφικό. Συγγένειες που εξηγούν αποτελέσματα. Το φαινόμενο δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό, αλλά στην Ελλάδα έχει εδραιωθεί ως δομικό χαρακτηριστικό αρκετών κλάδων και ως πηγή απογοήτευσης για όσους έχουν επενδύσει χρόνια σε σπουδές και εμπειρία.

Το αποτέλεσμα, σε μεγάλη κλίμακα, είναι ψυχολογικό. Ο εργαζόμενος στέλνει βιογραφικά και δεν παίρνει απάντηση. Περνά συνεντεύξεις και δεν ενημερώνεται για την έκβαση. Του ζητείται εμπειρία για θέση εισαγωγικού επιπέδου. Του ζητείται πτυχίο για μισθό 950 ευρώ. Του ζητείται ευελιξία, που στη μετάφραση της καθημερινότητας σημαίνει διαθεσιμότητα χωρίς όρια. Η αξιοκρατία δεν είναι απούσα, αλλά δεν είναι ποτέ ο πρώτος παράγοντας.

Το φοιτητικό στεγαστικό επίδομα, στην ισχύουσα μορφή του, ανέρχεται σε 1.500 ευρώ ετησίως για ΑΕΙ της Περιφέρειας Αττικής και της Περιφερειακής Ενότητας Θεσσαλονίκης, 2.000 ευρώ για ΑΕΙ εκτός των δύο αυτών περιοχών, και έως 2.500 ευρώ ανά φοιτητή σε περίπτωση συγκατοίκησης εκτός Αττικής και Θεσσαλονίκης. Στα χαρτιά, πρόκειται για κοινωνική παροχή που στηρίζει τη φοιτητική στέγη. [15]

Στην πράξη, όταν η προσφορά μικρών διαμερισμάτων είναι περιορισμένη και η ζήτηση από φοιτητές, βραχυχρόνιες μισθώσεις και ανακαινισμένα ακίνητα πιέζει ταυτόχρονα την αγορά, το επίδομα κινδυνεύει να ενσωματωθεί στην τιμή του ενοικίου. Δεν είναι κάτι που μπορεί να αποδειχθεί εύκολα σε ατομικό επίπεδο, διότι κανείς ιδιοκτήτης δεν δηλώνει «ανέβασα το ενοίκιο επειδή ξέρω ότι ο φοιτητής παίρνει επίδομα». Σε επίπεδο αγοράς, όμως, οι κρατικές παροχές που δίνονται μέσα σε στενές αγορές με ανελαστική προσφορά τείνουν διαχρονικά να μετακυλίονται στους ιδιοκτήτες των πόρων. Είναι κλασικό φαινόμενο των αγορών στέγασης διεθνώς και έχει μελετηθεί επαρκώς.

Αν αυτή η μετακύλιση συμβαίνει, τότε το επίδομα δεν λειτουργεί ως καθαρή υποστήριξη του φοιτητή, αλλά ως μηχανισμός που διατηρεί ή και ανεβάζει τα ενοίκια στις φοιτητικές αγορές, ταυτόχρονα όμως αυξάνει τη δηλωμένη ροή εισοδήματος ιδιοκτητών και τη φορολογική βάση από εκμίσθωση. Ο φοιτητής δείχνει να υποστηρίζεται. Ο ιδιοκτήτης εισπράττει. Το κράτος φορολογεί. Το κύκλωμα κλείνει μόνο του.

Στην δημόσια συζήτηση των τελευταίων ετών έχει επικρατήσει ένα αφήγημα κανονικότητας. Η οικονομία πάει καλά. Ο τουρισμός σπάει ρεκόρ. Οι επενδύσεις έρχονται. Η ανεργία πέφτει. Το ΑΕΠ ανεβαίνει. Πολλά από αυτά είναι αληθή, μετρημένα από επίσημους φορείς, ποσοτικοποιημένα σε ευρωπαϊκούς δείκτες.

Μια κοινωνία, όμως, δεν ζει με μέσους όρους. Ζει με το υπόλοιπο του τραπεζικού λογαριασμού. Με τον λογαριασμό του ρεύματος. Με το ενοίκιο. Με το αν μπορεί να κάνει παιδί χωρίς να υπολογίζει επί μήνες αν θα τα βγάλει πέρα. Όταν τα μακροοικονομικά νούμερα ευημερούν και η μέση τσέπη όχι, ο πολίτης δεν αρνείται το νούμερο. Αρνείται να αναγνωρίσει τον εαυτό του μέσα στην εικόνα που του προτείνεται.

Αυτή η αναντιστοιχία είναι το βαθύτερο πολιτικό πρόβλημα της χώρας. Όχι ότι υπάρχει φτώχεια ή πίεση. Αυτά υπάρχουν παντού. Αλλά ότι η πίεση δεν αναγνωρίζεται επίσημα ως πρόβλημα προτεραιότητας. Ντύνεται με δείκτες ανάπτυξης και παρουσιάζεται ως υπολειπόμενο θέμα. Έτσι η κοινωνία ζει σε δύο παράλληλα κανάλια. Στο ένα τρέχουν τα γραφήματα. Στο άλλο τρέχει ο πραγματικός μήνας.

Όταν μια χώρα προσφέρει στον νέο εργαζόμενο μισθό κοντά στο ευρωπαϊκό κατώτατο, κατοικία σε τιμές που πιέζουν περισσότερο από κάθε άλλη χώρα της ΕΕ, αγορά εργασίας με ισχυρά δίκτυα γνωριμιών και προοπτική συνταξιοδότησης στα 67 με μειωμένες αποδοχές, η φυγή δεν είναι ατύχημα. Είναι η λογική συνέπεια ενός μοντέλου που εξωθεί χωρίς να το λέει.

Η μετανάστευση εξειδικευμένων Ελλήνων στο εξωτερικό την τελευταία δεκαπενταετία είναι μετρήσιμη. Στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος και διεθνείς εκθέσεις του ΟΟΣΑ έχουν εκτιμήσει σε εκατοντάδες χιλιάδες τους νέους που εγκατέλειψαν τη χώρα από τα τέλη της δεκαετίας του 2000 και μετά, κυρίως προς Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ολλανδία και Σκανδιναβία. Δεν φεύγουν όλοι για τα ίδια. Φεύγουν, όμως, για κοινό λόγο: επειδή το ισοζύγιο μισθού, κόστους ζωής και προοπτικής δεν στέκεται.

Όταν εγκατασταθούν στο εξωτερικό και αρχίσουν να αξίζουν περισσότερα, η ίδια η ελληνική πολιτεία τους θυμάται. Το άρθρο 5Γ του ν. 4172/2013 προβλέπει ότι, υπό προϋποθέσεις, όποιος μεταφέρει τη φορολογική του κατοικία στην Ελλάδα μπορεί να απαλλάσσεται από φόρο εισοδήματος για το 50% των εισοδημάτων μισθωτής εργασίας ή επιχειρηματικής δραστηριότητας στην Ελλάδα, για διάστημα έως επτά ετών. Βασική προϋπόθεση: να μην ήταν φορολογικός κάτοικος Ελλάδας τα προηγούμενα 5 από τα 6 έτη πριν την επιστροφή. [16]

Μια χώρα που δεν κατάφερε να κρατήσει εργαζόμενους με αξιοπρεπείς συνθήκες προσπαθεί να τους φέρει πίσω με φορολογικό κίνητρο. Όσοι έμειναν και άντεξαν τα δύσκολα χρόνια πληρώνουν τους κανονικούς συντελεστές. Όσοι έφυγαν και θα γυρίσουν δικαιούνται προνόμιο. Είναι μια πολιτική επιλογή που γίνεται κατανοητή ως οικονομική μηχανική. Ως μήνυμα προς τους εργαζόμενους που έμειναν, είναι κάτι άλλο.

Πάνω από όλα αυτά, ο σημερινός Έλληνας εργαζόμενος κουβαλά κάτι ακόμη που σπάνια συζητείται καθαρά. Κουβαλά μια δημοσιονομική υποθήκη που εκτείνεται σε δύο γενιές μπροστά.

Σύμφωνα με τον Οργανισμό Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους και επίσημες ανακοινώσεις της κυβέρνησης, οι μνημονιακές υποχρεώσεις της Ελλάδας προς τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM) ανέρχονται σε 61,9 δισεκατομμύρια ευρώ με τελική ημερομηνία αποπληρωμής το 2060. Οι υποχρεώσεις προς τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) ανέρχονται σε 141,8 δισεκατομμύρια ευρώ και λήγουν το 2070. Η εξυπηρέτηση των δανείων ESM ξεκινά πρακτικά από το 2034. [17]

Δύο νούμερα και δύο ημερομηνίες που αξίζει να μείνουν στο μυαλό. 2060. 2070. Ένα παιδί που γεννιέται στην Ελλάδα σήμερα θα αρχίζει τη συνταξιοδότησή του γύρω στο 2090. Θα έχει ζήσει όλη του την εργασιακή ζωή σε μια χώρα που εξυπηρετεί δάνεια του 2010-2018. Είναι μια ολόκληρη γενιά εργαζομένων που δεν έχουν πάρει ποτέ τίποτα από αυτά τα δάνεια, αλλά θα τα πληρώνουν με τους φόρους τους.

Η ανάλυση της δημοσιονομικής στρατηγικής δείχνει ότι η Ελλάδα δεσμεύεται να διατηρεί ψηλά πρωτογενή πλεονάσματα σε ορίζοντα δεκαετιών. Για το 2025 ο στόχος διαμορφώθηκε στο 3,8% του ΑΕΠ, ποσοστό από τα υψηλότερα στην Ευρωζώνη. Σε απόλυτους αριθμούς, αυτό αντιστοιχεί σε περίπου 9 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως που το κράτος εισπράττει σε φόρους και εισφορές περισσότερους από όσους ξοδεύει σε δαπάνες πλην τόκων. [17]

Πρωτογενές πλεόνασμα δεν είναι αφηρημένη οικονομική έννοια. Είναι αυτό που μένει αφού αφαιρέσεις από τα έσοδα τα έξοδα του δημοσίου, εξαιρώντας τους τόκους. Όταν μια χώρα διατηρεί πλεονάσματα αυτής της κλίμακας για χρόνια, σημαίνει ότι ο φορολογούμενος δίνει συστηματικά πιο πολλά από όσα παίρνει σε δημόσιες υπηρεσίες. Η διαφορά αυτή κατευθύνεται στην αποπληρωμή του παρελθόντος, όχι στη χρηματοδότηση του παρόντος. Πληρώνεις σήμερα για να έχει η χώρα καλή πιστοληπτική αξιολόγηση το 2040.

Η εξυπηρέτηση των δανείων μέχρι το 2060 και του υπολοίπου χρέους μέχρι το 2070 δεν είναι, βέβαια, μηχανικός κίνδυνος. Δεν θα χρεοκοπήσει η χώρα. Είναι, όμως, μια δομική δέσμευση που περιορίζει τους βαθμούς ελευθερίας κάθε μελλοντικής κυβέρνησης. Όση πολιτική και αν αλλάξει, όσες κοινωνικές προτεραιότητες και αν αναδιαταχθούν, η αριθμητική του χρέους παραμένει: συγκεκριμένα ποσά, σε συγκεκριμένες ημερομηνίες, για 35 ακόμη χρόνια. Στην πράξη, ο σημερινός εργαζόμενος ψηφίζει για κυβερνήσεις των οποίων ο δημοσιονομικός χώρος είναι ήδη προ-δεσμευμένος για μεγάλο μέρος της θητείας τους.

Παράλληλα, το ασφαλιστικό σύστημα που θα κληρονομήσει ο σημερινός εργαζόμενος μετασχηματίζεται με τρόπο που λίγοι έχουν αντιληφθεί.

Ο νόμος 4387/2016, γνωστός ως νόμος Κατρούγκαλου, αναμόρφωσε ριζικά τον τρόπο υπολογισμού της κύριας σύνταξης. Από εκείνη τη στιγμή, η κύρια σύνταξη υπολογίζεται ως άθροισμα δύο τμημάτων: της εθνικής σύνταξης, που χρηματοδοτείται απευθείας από τον κρατικό προϋπολογισμό, και της ανταποδοτικής σύνταξης, που υπολογίζεται με βάση τις εισφορές και τα ποσοστά αναπλήρωσης. Το πλήρες ποσό της εθνικής σύνταξης από 1ης Ιανουαρίου 2026 διαμορφώνεται στα 446,87 ευρώ μικτά. Σε πρόωρη συνταξιοδότηση, μειώνεται κατά 30%, οπότε πέφτει σε ζώνη 281 έως 313 ευρώ. [18]

Σύμφωνα με αναλύσεις της ΓΣΕΕ και ενώσεων συνταξιούχων, την περίοδο 2016-2022 οι Έλληνες συνταξιούχοι έχασαν σωρευτικά πάνω από 75 δισεκατομμύρια ευρώ από τις διατάξεις του νόμου Κατρούγκαλου, μεταξύ άλλων μέσω της κατάργησης των επιδομάτων εορτών, του μηχανισμού «προσωπικής διαφοράς» που πάγωσε τις παλιές συντάξεις, και των περικοπών στις επικουρικές που έφτασαν έως και 60%. Οι επικουρικές παραμένουν παγωμένες ή σε αναστολή αυξήσεων εδώ και πάνω από δεκαπέντε χρόνια. [19]

Το πραγματικό πρόβλημα όμως δεν είναι μόνο τι έχει γίνει. Είναι τι θα γίνει.

Σήμερα η αναλογία εργαζομένων προς συνταξιούχους στην Ελλάδα κινείται γύρω στο 1,6 προς 1. Σε ένα υγιές αναδιανεμητικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, η αναλογία αυτή θα έπρεπε να είναι τουλάχιστον 3 προς 1. Με γεννήσεις 68.000 ετησίως, θανάτους πάνω από 125.000, δείκτη γήρανσης 178,5, και έναν ενεργό πληθυσμό που συρρικνώνεται κάθε χρόνο, η αναλογία αυτή κινείται προς τα κάτω, όχι προς τα πάνω. [20]

Σε ένα ασφαλιστικό σύστημα που λειτουργεί με τη λογική της αναδιανομής (οι σημερινές εισφορές πληρώνουν τις σημερινές συντάξεις), αυτή η αριθμητική σημαίνει κάτι συγκεκριμένο. Όσο μειώνεται η αναλογία, μειώνονται και τα έσοδα ανά συνταξιούχο. Όταν παράλληλα τα αποθεματικά των ταμείων έχουν πληγεί από αλλεπάλληλα κουρέματα (από το PSI του 2012 και μετά), από κακοδιαχείριση δεκαετιών, και από χαμηλές αποδόσεις των επενδύσεων που είχαν επιτραπεί, ο μηχανισμός δεν έχει τα μαξιλάρια που χρειάζεται.

Η ανταποδοτική σύνταξη, με τα μειωμένα ποσοστά αναπλήρωσης του νόμου του 2016, αποδίδει για έναν εργαζόμενο 35 ετών με μέσο μισθό σήμερα ένα πολύ συγκρατημένο ποσό κατά τη συνταξιοδότηση, παρά τα 35 χρόνια εισφορών. Αν προστεθούν στο εν δυνάμει σενάριο μελλοντικές αναπροσαρμογές, μειώσεις, ή αλλαγές υπολογισμού, ο νέος του 2026 που εργάζεται σήμερα δεν μπορεί να υπολογίζει με βεβαιότητα σε κάτι περισσότερο από την εθνική σύνταξη ως βάση. Αυτό σημαίνει, σε σημερινές τιμές, γύρω στα 450 ευρώ μικτά τον μήνα, ίσως τιμαριθμοποιημένα, ίσως όχι.

Η εθνική σύνταξη δεν είναι σύνταξη με τη φιλοσοφική έννοια. Είναι μια βασική κρατική παροχή που εξασφαλίζει επιβίωση. Δεν έχει ανταποδοτικό χαρακτήρα, δεν συνδέεται με όσα κατέβαλε ο εργαζόμενος, δεν αναγνωρίζει την προσπάθεια. Είναι το κατώφλι, όχι η αμοιβή. Αν η ανταποδοτική περιοριστεί στα ψίχουλα που προβλέπει η σημερινή αρχιτεκτονική για τους νέους εργαζόμενους, η συνολική σύνταξη θα μοιάζει περισσότερο με κοινωνικό επίδομα παρά με αναπληρωτικό εισόδημα του εργασιακού βίου.

Επιπλέον, τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης συνδέονται πλέον με το προσδόκιμο ζωής και επανεξετάζονται ανά τριετία. Η επόμενη αξιολόγηση γίνεται το 2027, με βάση στοιχεία της περιόδου 2016-2026. Πιθανές αυξήσεις στα όρια ηλικίας τοποθετούνται από τους ειδικούς για την περίοδο 2029-2030. Δηλαδή, ο σημερινός εργαζόμενος των 35 ετών δεν γνωρίζει με βεβαιότητα ούτε πότε θα συνταξιοδοτηθεί, ούτε με τι ποσό.

Συνοψίζοντας: ο φορολογούμενος του 2026 πληρώνει σήμερα πρωτογενή πλεονάσματα για να αποπληρωθούν δάνεια του 2010 μέχρι το 2060. Όταν φτάσει η ώρα του να συνταξιοδοτηθεί, μετά το 2050, θα ζητήσει από ένα σύστημα ασφάλισης που σήμερα ήδη παραπαίει να του δώσει αυτό που του υποσχέθηκε. Η μαθηματική αυτής της εξίσωσης δεν λύνεται με αισιοδοξία. Λύνεται είτε με αύξηση εισφορών, είτε με μείωση παροχών, είτε με μεγάλη ανάπτυξη της παραγωγικότητας, είτε με συνδυασμό των τριών. Στο μεγαλύτερο μέρος της, η πρώτη και η δεύτερη επιλογή θα πέσουν πάνω στον εργαζόμενο.

Όλα αυτά είναι ήδη γνωστά στους οικονομολόγους και στους ασφαλιστικούς αναλυτές. Δεν είναι ήδη γνωστά στον μέσο εργαζόμενο, ο οποίος βλέπει στις ειδήσεις ότι η οικονομία πάει καλά και θεωρεί ότι όλα θα τακτοποιηθούν με κάποιον τρόπο. Δεν θα τακτοποιηθούν χωρίς δικά του έξοδα.

Όλα τα κομμάτια του παζλ, βαλμένα μαζί, παράγουν ένα σύστημα που στενεύει τις επιλογές αντί να τις ανοίγει.

Στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη υπάρχει η περισσότερη εργασία, αλλά η στέγη γίνεται ολοένα και πιο απαιτητική σε σχέση με τους μισθούς, και όσα μπορεί να αγοράσει ο μέσος εργαζόμενος είναι σχεδόν πάντα παλιά κτίρια με αβέβαιη αντισεισμική συμπεριφορά. Στην επαρχία η στέγη είναι πιο ανθρώπινη, αλλά η εξειδικευμένη εργασία περιορίζεται, η γεωργία υποχωρεί, και πολλές αγορές κλείνονται σε τοπικά δίκτυα. Στα νησιά υπάρχει εποχιακή ζήτηση, αλλά οι ετήσιοι κύκλοι ζωής δυσκολεύουν το χτίσιμο σταθερής καριέρας, ενώ το νερό και η ενέργεια δεν επαρκούν. Στις πανεπιστημιουπόλεις η φοιτητική ζήτηση πιέζει τα ενοίκια προς τα πάνω. Στις καλές θέσεις στοιβάζονται εκατοντάδες βιογραφικά. Στις κλειστές θέσεις πιάνουν τα τηλέφωνα.

Ο εργαζόμενος καταλήγει με τρεις πραγματικές διαδρομές. Πρώτη, να μείνει σε ένα αστικό κέντρο και να αποδεχθεί ότι ένα μεγάλο μέρος του εισοδήματος θα πηγαίνει σε στέγαση, φόρους και ακρίβεια, και ότι το πιθανό σπίτι του θα είναι κατασκευής της δεκαετίας του 1970. Δεύτερη, να φύγει στην επαρχία και να αποδεχθεί επαγγελματικό περιορισμό. Τρίτη, να φύγει στο εξωτερικό και να βρει εκεί όσα δεν βρήκε εδώ.

Αυτό δεν είναι αναπτυξιακό μοντέλο, είναι σύστημα διαχείρισης πληθυσμού. Η Ελλάδα δεν έχει απλώς στεγαστικό ζήτημα. Έχει ζήτημα κατανομής ζωής. Έχει χτίσει μια οικονομία όπου η εργασία στριμώχνεται σε λίγες πόλεις, η κατοικία λειτουργεί ολοένα και περισσότερο ως επενδυτικό προϊόν, η επαρχία πουλιέται ως σκηνικό, η γεωργία υποχωρεί υπέρ των εισαγωγών, οι υδατικοί πόροι πιέζονται από τον τουρισμό, οι έμμεσοι φόροι τρώνε σιωπηρά κάθε αύξηση μισθού, οι νέοι αντιμετωπίζονται ως μελλοντικοί δανειολήπτες, οι φοιτητές ως πηγή μισθωτικής απόδοσης, οι σημερινοί φορολογούμενοι ως πηγή πρωτογενών πλεονασμάτων μέχρι το 2060, οι αυριανοί συνταξιούχοι ως αποδέκτες μιας εθνικής σύνταξης που μετατρέπεται σε επίδομα, και όσοι έφυγαν ως δεξαμενή φορολογικής επιστροφής.

Αυτός είναι ο μύθος του εργαζόμενου στην Ελλάδα του 2026. Όχι το ηλιοβασίλεμα στη Σαντορίνη. Ένα διαμέρισμα εξήντα ετών που θα γίνει ενενήντα μέχρι να αποπληρωθεί το δάνειό του, μια δόση τριάντα ετών, ένας μισθός που δεν φτάνει επειδή τα τρόφιμα ακρίβυναν 20% σε τρία χρόνια, ένας λογαριασμός ρεύματος που κρύβει επτά διαφορετικές χρεώσεις, ένα βιογραφικό που δεν απαντήθηκε ποτέ, ένα πρωτογενές πλεόνασμα που πάει στην αποπληρωμή δανείων του 2010, μια σύνταξη που πέφτει στα 450 ευρώ, και μια βαλίτσα που στέκεται κοντά στην πόρτα.

Ζήσε τον μύθο σου. Αρκεί να μη ζητήσεις πραγματικά να ζήσεις.

Πηγές

1. Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, ανακοίνωση για νέο κατώτατο μισθό από 1/4/2026 (ypergasias.gov.gr). ΚΕΠΕΑ/ΓΣΕΕ, πίνακες μισθών και ημερομισθίων 1/4/2026 (kepea.gr).

2. Τράπεζα της Ελλάδος, Δείκτης Τιμών Διαμερισμάτων, στοιχεία γ΄ τριμήνου 2025, όπως αναφέρθηκαν από Ναυτεμπορική, ΕνΟικονομία και άλλα οικονομικά μέσα (Νοέμβριος 2025).

3. Eurostat, «Housing in Europe – 2025 edition» και «Living conditions in Europe – housing» (στοιχεία 2024). Eurostat housing cost overburden rate, cities και νέοι 15-29 ετών.

4. ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, Ετήσια Έκθεση 2025 για την Ελληνική Οικονομία και την Απασχόληση. Στοιχεία πραγματικού μισθού 2009-2024 και διαθέσιμου εισοδήματος νοικοκυριών.

5. Eurostat, στοιχεία μέσου ετήσιου μισθού 2024 (~18.000 ευρώ Ελλάδα). Ανάλυση ΙΝΕ-ΓΣΕΕ και Ευρωπαϊκής Επιτροπής για αγοραστική δύναμη σε σταθερές μονάδες αγοραστικής δύναμης για το 9μηνο 2025.

6. ΕΛΣΤΑΤ, Απογραφή Πληθυσμού-Κατοικιών 2021. Spitogatos Insights, αναλύσεις τιμών πώλησης 2024-2025. RE/MAX Hellas, εκθέσεις αγοράς ακινήτων.

7. Πρώτος Αντισεισμικός Κανονισμός ΦΕΚ 36Α/26-02-1959. Τροποποίηση ΦΕΚ 239Β/16-04-1984 με ισχύ από 1985. ΝΕΑΚ 1995, ΕΑΚ 2000. Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας, ημερίδα Θεσσαλονίκης για σεισμική ασφάλεια προ 1985 κατασκευών.

8. ΕΛΣΤΑΤ, Δείκτης Τιμών Καταναλωτή, ετήσιοι ρυθμοί μεταβολής 2022-2024. ΙΟΒΕ, «Πληθωρισμός στα Είδη Διατροφής στην Ελλάδα» (Ιούλιος 2024), σωρευτική μεταβολή ΔΤΕ Τροφίμων Ιανουάριος 2021 – Απρίλιος 2024: 19,7%. ΕΛΣΤΑΤ, Δείκτης Τιμών Εκροών σε Γεωργία και Κτηνοτροφία, Φεβρουάριος 2026.

9. Powergame, «ΦΠΑ και φόροι καυσίμων αυξάνουν την οικονομική πίεση στα νοικοκυριά» (Μάρτιος 2026). ΟΟΣΑ, στατιστικά εμμέσων φόρων ως ποσοστό συνολικής φορολογίας. ΥΠΟΙΚ, στοιχεία εσόδων ΦΠΑ.

10. Bankingnews, ΤοΒΗΜΑ, In.gr, iefimerida, αναλυτικά στοιχεία φορολογικής δομής τιμής βενζίνης Ελλάδα Α’ τρίμηνο 2026. Διεύθυνση Διυλιστηρίων και Φορολογίας Πετρελαιοειδών.

11. ΕΥΔΑΠ, εισήγηση τιμολογιακής πολιτικής περιόδου 2025-2029 και νέο τιμολογιακό σχήμα από 1/1/2026 (ΦΕΚ 7188/Β΄/30-12-2025). Newmoney, Πρώτο Θέμα, ECOPRESS, Δεκέμβριος 2025. Στοιχεία αποθεμάτων ταμιευτήρων από meteo.gr / Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών.

12. ΕΛΣΤΑΤ, «Εκτιμώμενος Πληθυσμός και Μεταναστευτικές Ροές της Χώρας 2024» (δημοσίευση Ιανουαρίου-Δεκεμβρίου 2025). Στοιχεία γεννήσεων, θανάτων, δείκτη γήρανσης, καθαρής μετανάστευσης 2023-2024. ΤτΕ και ΣΕΤΕ, στοιχεία διεθνών αφίξεων τουριστών 2024 και διανυκτερεύσεων.

13. ΕΛΣΤΑΤ και ΚΕΠΕ, ανάλυση εμπορικού ισοζυγίου αγροδιατροφικών προϊόντων 2020-2025. Πανελλήνιος Σύνδεσμος Εξαγωγέων, στοιχεία εξαγωγών αγροτικών προϊόντων. ΥΠΑΑΤ, στοιχεία ισοζυγίου με ΗΠΑ. Στοιχεία ΕΛΣΤΑΤ για εισαγωγές αγροτικών προϊόντων από Mercosur 2024.

14. Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Country Report Greece. EURES, ενημερωτικά δελτία για την ελληνική αγορά εργασίας και τα κενά εργατικού δυναμικού ανά κλάδο.

15. Υπουργείο Παιδείας, Φοιτητικό Στεγαστικό Επίδομα, stegastiko.minedu.gov.gr. Πύλη Στεγαστικής Πολιτικής (stegasi.gov.gr), περιγραφή ποσών 1.500, 2.000 και 2.500 ευρώ.

16. Ν. 4172/2013, άρθρο 5Γ, και σχετικές εγκύκλιοι ΑΑΔΕ (Α.1087/2021, Α.1089/2022, Ε.2029/2022). ΑΑΔΕ, «Useful Tax Guide for Greeks abroad and Non-residents» (έκδοση Ιουλίου 2025).

17. Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (ΟΔΔΗΧ), επίσημες ανακοινώσεις. ESM, EFSF, ανακοινώσεις πρόωρης αποπληρωμής Δεκέμβριος 2025 και Ιούνιος 2026. Capital, ERT, Naftemporiki, Sofokleousin. Στόχος πρωτογενούς πλεονάσματος 3,8% του ΑΕΠ 2025, στοιχεία ΥΠΟΙΚ και ΟΔΔΗΧ.

18. Ν. 4387/2016 (νόμος Κατρούγκαλου), άρθρα 7 (εθνική σύνταξη) και 8 (ανταποδοτική σύνταξη). e-ΕΦΚΑ, ποσά εθνικής σύνταξης από 1/1/2026 (446,87 ευρώ μικτά). ΚΥΑ 31854/8-12-2025 (ΦΕΚ Β΄ 6519). KEPEA/ΓΣΕΕ, αναλυτικοί πίνακες προϋποθέσεων εθνικής σύνταξης.

19. Αναλύσεις ενώσεων συνταξιούχων (Ένωση Αποστράτων Αξιωματικών, ΓΣΕΕ) για σωρευτικές απώλειες συνταξιούχων από εφαρμογή του ν. 4387/2016 περιόδου 2016-2022. Στοιχεία επικουρικών συντάξεων και «προσωπικής διαφοράς».

20. ΕΛΣΤΑΤ, στοιχεία γήρανσης πληθυσμού 2024. Newmoney, «Δημογραφικό στην Ελλάδα» (Μάιος 2026), αναλογία εργαζομένων προς συνταξιούχους και αξιολόγηση ορίων ηλικίας 2027. Ελληνική Ένωση Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης, στοιχεία αναδιανεμητικών συστημάτων και δημογραφικής πίεσης.

Αναδημοσιεύστε το ΠΑΝΤΑ με ενεργό link της πηγής.

Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου.  To ιστολόγιο μας δεν υιοθετεί τις απόψεις των αρθρογράφων, ούτε ταυτίζεται με τα θέματα που αναδημοσιεύει από άλλες ενημερωτικές ιστοσελίδες και δεν ευθύνεται για την εγκυρότητα, την αξιοπιστία και το περιεχόμενό τους.


Discover more from Ελλήνων Αφύπνιση

Subscribe to get the latest posts sent to your email.

By Έλληνας Πατριώτης

Απάντηση

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

Discover more from Ελλήνων Αφύπνιση

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading