
Πρόσθεσε το ellinikiafipnisis στις αγαπημένες σου πηγές ενημέρωσης
Από τον Γρηγορόπουλο και την πολιορκημένη Βουλή μέχρι τις φλόγες του Παρισιού. Η ελληνική εμπειρία, η καταστολή των διαδηλώσεων και το ερώτημα ποιος θα πληρώσει την ευρωπαϊκή πολεμική προετοιμασία…
Οι κοινωνίες της Γαλλίας, της Ιταλίας και της υπόλοιπης Ευρώπης έχουν κάθε λόγο να μελετήσουν όσα συνέβησαν στην Ελλάδα από το 2008 και μετά. Να θυμηθούν πώς οι μαζικές διαδηλώσεις πνίγονταν στα δακρυγόνα, πώς οι κουκουλοφόροι και οι καταστροφές μονοπωλούσαν την επικαιρότητα, πώς τα αιτήματα εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών χάνονταν πίσω από τις εικόνες των επεισοδίων και πώς, τελικά, η νομοθεσία για τις συγκεντρώσεις έγινε αυστηρότερη. Να παρατηρήσουν τη διαδρομή από την κοινωνική αγανάκτηση στην αστυνομική καταστολή και από εκεί στους περιορισμούς των διαδηλώσεων…
Γράφει ο Μιχάλης Χαιρετάκης
Στις 13 Φεβρουαρίου 2012, μία ημέρα μετά τα εκτεταμένα επεισόδια που συνόδευσαν την ψήφιση του δεύτερου Μνημονίου, ο Αντώνης Σαμαράς έκανε μια δήλωση που αξίζει να ξαναθυμηθούμε. Υποσχέθηκε ότι θα κατεβάσει τις κουκούλες εκείνων που είχαν προκαλέσει τις καταστροφές στο κέντρο της Αθήνας. Και πρόσθεσε κάτι ακόμη πιο ενδιαφέρον. Ήθελε, είπε, να φανεί ποιοι κρύβονταν πίσω τους.
Δεκατέσσερα χρόνια αργότερα, εκείνη η υπόσχεση εξακολουθεί να γεννά ένα μάλλον ενοχλητικό ερώτημα. Μάθαμε τελικά ποιοι κρύβονταν πίσω από τις κουκούλες; Όχι απλώς τα ονόματα όσων συνελήφθησαν για κάποια συγκεκριμένη πράξη, αλλά αν υπήρχαν οργανωμένα κυκλώματα, διασυνδέσεις, άνθρωποι που εμφανίζονταν σε διαδηλώσεις με αποκλειστική αποστολή να προκαλούν επεισόδια και να εξαφανίζονται την κατάλληλη στιγμή.
Τα χρόνια των Μνημονίων κυκλοφόρησαν φωτογραφίες και βίντεο που έδειχναν πρόσωπα με καλυμμένα χαρακτηριστικά να κινούνται δίπλα σε αστυνομικές δυνάμεις, ακόμη και πίσω από αστυνομικούς φραγμούς. Ορισμένες εικόνες αποδόθηκαν σε αστυνομικούς με πολιτικά, άλλες παρουσιάστηκαν ως τεκμήρια συνεργασίας κουκουλοφόρων με την αστυνομία. Όμως το ερώτημα για την ταυτότητα και τον ρόλο αυτών των ανθρώπων παρέμεινε.
Αυτό είναι μια από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις της ελληνικής πολιτικής ζωής. Ένα κράτος που μπορούσε να αναγνωρίζει διαδηλωτές από φωτογραφίες, να οργανώνει εκτεταμένες αστυνομικές επιχειρήσεις και να παρακολουθεί οργανωμένες ομάδες, δεν κατόρθωσε να δώσει μια συνολική, πειστική απάντηση για το φαινόμενο των «γνωστών αγνώστων». Ο όρος είχε καταντήσει σχεδόν ανέκδοτο. Τους γνώριζαν όλοι, εκτός από εκείνους που υποτίθεται πως είχαν αναλάβει να τους βρουν.
Η ιστορία είχε αρχίσει πολύ πριν από τη δήλωση Σαμαρά.
Τον Δεκέμβριο του 2008, η δολοφονία του δεκαπεντάχρονου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου από αστυνομικό στα Εξάρχεια προκάλεσε μία από τις μεγαλύτερες νεανικές εξεγέρσεις της μεταπολιτευτικής περιόδου. Η οργή απλώθηκε σε ολόκληρη τη χώρα. Μαθητές κατέλαβαν σχολεία, φοιτητές βγήκαν στους δρόμους και χιλιάδες πολίτες διαδήλωσαν για έναν θάνατο που συμβόλιζε πολύ περισσότερα από μια μεμονωμένη αστυνομική αυθαιρεσία.
Μέσα στην αναταραχή εμφανίστηκαν ομάδες που συγκρούονταν με την αστυνομία, έκαιγαν και κατέστρεφαν. Άλλοι συμμετείχαν συνειδητά σε βίαιες πολιτικές ενέργειες, άλλοι εκμεταλλεύονταν τις συνθήκες για λεηλασίες. Η τηλεόραση είχε πλέον άφθονο υλικό. Φλεγόμενοι κάδοι, σπασμένες βιτρίνες, μολότοφ και διμοιρίες των ΜΑΤ μέσα σε σύννεφα δακρυγόνων. Η δολοφονία ενός παιδιού άρχισε να μοιράζεται την επικαιρότητα με τη συζήτηση για την ασφάλεια των περιουσιών.
Ύστερα ήρθαν τα Μνημόνια και οι δρόμοι γέμισαν ξανά. Αυτή τη φορά δεν επρόκειτο μόνο για τη νεολαία. Ήταν εργαζόμενοι που έβλεπαν τους μισθούς τους να μειώνονται, συνταξιούχοι που προσπαθούσαν να καταλάβουν πώς θα ζήσουν με τα καινούργια ποσά, οικογένειες που κινδύνευαν να χάσουν τα σπίτια τους. Η κοινωνική αγανάκτηση είχε αποκτήσει διαστάσεις που κανένα πολιτικό κόμμα δεν μπορούσε να ελέγξει απόλυτα.
Στις 5 Μαΐου 2010, κατά τη διάρκεια μεγάλης απεργιακής κινητοποίησης, τρεις εργαζόμενοι της Marfin πέθαναν όταν η τράπεζα στην οποία εργάζονταν πυρπολήθηκε. Ήταν η Αγγελική Παπαθανασοπούλου, ο Επαμεινώνδας Τσάκαλης και η Παρασκευή Ζούλια. Η ευθύνη για τον εμπρησμό ανήκει στους δράστες του εγκλήματος, όχι στους χιλιάδες πολίτες που εκείνη την ημέρα διαδήλωναν. Ο κόσμος όμως πάγωσε και η τραγωδία επηρέασε βαθιά τον τρόπο με τον οποίο συνεχίστηκαν οι κινητοποιήσεις. Στη θέση των οικονομικών αιτημάτων βρέθηκε, εύλογα και αναπόφευκτα, η φρίκη για τρεις ανθρώπους που χάθηκαν στην εργασία τους.
Το καλοκαίρι του 2011 η Βουλή βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα τεράστιο πλήθος Αγανακτισμένων. Το Σύνταγμα είχε μετατραπεί σε τόπο διαρκούς πολιτικής διαμαρτυρίας. Οι βουλευτές χρειάζονταν αστυνομική προστασία για να εισέλθουν στο Κοινοβούλιο και οι διαδηλωτές ζητούσαν την απόσυρση των μέτρων που θεωρούσαν καταστροφικά για τη ζωή τους. Η πολιτική νομιμοποίηση των αποφάσεων αμφισβητούνταν μπροστά στα ίδια τα σκαλιά της Βουλής.
Τότε είδαμε την Αθήνα να πνίγεται στα χημικά. Ειρηνικοί διαδηλωτές προσπαθούσαν να αναπνεύσουν, ηλικιωμένοι απομακρύνονταν από την πλατεία και άνθρωποι που δεν είχαν πετάξει ούτε χαρτοπετσέτα σε αστυνομικό έτρεχαν για να αποφύγουν τα δακρυγόνα. Οι συγκρούσεις με βίαιες ομάδες εξελίσσονταν συχνά στον ίδιο χώρο όπου βρίσκονταν χιλιάδες ειρηνικοί πολίτες.
Οι ψηφοφορίες συνεχίζονταν κανονικά. Το οικονομικό πρόγραμμα προχωρούσε. Στα τηλεοπτικά δελτία, όμως, οι συζητήσεις για τις συνέπειες των μέτρων συχνά παραχωρούσαν τη θέση τους σε εικόνες μιας πόλης που καιγόταν. Ο φόβος της βίας άρχισε να ανταγωνίζεται τον φόβο της φτώχειας.
Οι φωτογραφίες και τα βίντεο με κουκουλοφόρους να βρίσκουν καταφύγιο πίσω από τις αστυνομικές γραμμές δεν εξαφανίζονται επειδή κάποιοι κάνουν πως δεν τα βλέπουν. Ούτε εξηγήθηκε ποτέ πειστικά γιατί, την ώρα που χιλιάδες διαδηλωτές πνίγονταν στα δακρυγόνα, ορισμένοι από τους ανθρώπους που προκαλούσαν τα επεισόδια μπορούσαν να κινούνται άνετα δίπλα στις δυνάμεις καταστολής. Το πολιτικό αποτέλεσμα ήταν ολοφάνερο. Οι πολίτες κατέβαιναν στους δρόμους για τις περικοπές μισθών και συντάξεων, τις απολύσεις και τα Μνημόνια, αλλά το βράδυ παρακολουθούσαν στις τηλεοράσεις καμένα κτίρια και σπασμένες βιτρίνες. Τα αιτήματά τους χάνονταν μέσα στον καπνό, ενώ η κυβέρνηση εμφανιζόταν ως εγγυητής της τάξης απέναντι στο χάος. Οι μνημονιακές αποφάσεις περνούσαν, οι διαδηλώσεις διαλύονταν και οι περιβόητοι «γνωστοί άγνωστοι» παρέμεναν, κατά έναν αξιοθαύμαστο τρόπο, άγνωστοι στις αρχές που υποτίθεται ότι τους καταδίωκαν.
Η εμπειρία δεν περιορίστηκε στους αντιμνημονιακούς διαδηλωτές. Στα μεγάλα συλλαλητήρια για τη Μακεδονία, ιδιαίτερα τον Ιανουάριο του 2019, εμφανίστηκαν ξανά συγκρούσεις και εκτεταμένη χρήση χημικών. Οι συμμετέχοντες προέρχονταν σε μεγάλο βαθμό από διαφορετικούς πολιτικούς χώρους από εκείνους των κινητοποιήσεων της προηγούμενης δεκαετίας. Παρ’ όλα αυτά, πολίτες που είχαν συγκεντρωθεί ειρηνικά βρέθηκαν και πάλι αντιμέτωποι με τις συνέπειες των επεισοδίων και της αστυνομικής επέμβασης.
Το 2020 ψηφίστηκε ο νόμος 4703 για τις δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις, με διαδικασίες γνωστοποίησης, πρόβλεψη οργανωτή και δυνατότητες απαγόρευσης ή διάλυσης υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Η νομοθεσία δεν καταργούσε γενικά το δικαίωμα στη συγκέντρωση, πρόσθετε όμως θεσμοθετημένους μηχανισμούς ελέγχου του. Ακολούθησαν οι απαγορεύσεις της πανδημίας, ενώ το 2025 θεσπίστηκαν πρόσθετοι περιορισμοί στον χώρο του Μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτη.
Έπειτα από χρόνια επεισοδίων, δακρυγόνων και τηλεοπτικής τρομοκρατίας με τους περιβόητους «γνωστούς αγνώστους», ήρθε και η νομοθετική συνέχεια. Περισσότεροι περιορισμοί, περισσότερες εξουσίες στην αστυνομία, μεγαλύτερη δυνατότητα απαγόρευσης και διάλυσης συγκεντρώσεων. Όσα οι κυβερνήσεις επιδίωκαν επί χρόνια μπορούσαν πλέον να παρουσιαστούν ως αυτονόητα μέτρα προστασίας της κοινωνίας. Οι κουκουλοφόροι είχαν προσφέρει το ιδανικό επιχείρημα. Και το εξοργιστικότερο;
Οι πολίτες που υπέστησαν τις συνέπειες των επεισοδίων ήταν εκείνοι που καλούνταν να αποδεχτούν τον περιορισμό των δικαιωμάτων τους. Η κοινωνία πλήρωνε δύο φορές: πρώτα με την καταστολή της διαμαρτυρίας της και ύστερα με τη νομοθετική περιστολή της ελευθερίας να διαδηλώνει.
Τον Ιούνιο του 2026 η Διεθνής Αμνηστία δημοσίευσε έρευνα για την Ελλάδα, βασισμένη σε μαρτυρίες, καταγραφές και επαλήθευση οπτικού υλικού. Το πόρισμά της καταγράφει επαναλαμβανόμενη παράνομη ή υπερβολική χρήση αστυνομικής βίας και σοβαρά προβλήματα ατιμωρησίας, ακόμη και σε κινητοποιήσεις για την τραγωδία των Τεμπών. Οι καταγγελίες δεν αφορούν μόνο βίαιους διαδηλωτές αλλά ειρηνικούς πολίτες και δημοσιογράφους. Μια διεθνής οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατέληξε, σχεδόν δύο δεκαετίες μετά τον Δεκέμβριο του 2008, να περιγράφει την αστυνόμευση ορισμένων ελληνικών διαδηλώσεων με όρους που παραπέμπουν σε πεδία μάχης.
Και τώρα ας μεταφερθούμε στο Παρίσι.
Στις 17 Οκτωβρίου 2026, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι διαδήλωσαν στη Γαλλία για το κόστος ζωής, τους μισθούς και την κατάσταση των δημόσιων υπηρεσιών, ιδιαίτερα της εκπαίδευσης. Οι περισσότερες κινητοποιήσεις ήταν ειρηνικές. Στο Παρίσι, στη Μασσαλία, στη Λυών και σε άλλες πόλεις ξέσπασαν όμως εκτεταμένα επεισόδια, εμπρησμοί και λεηλασίες.
Οι εικόνες θυμίζουν την Αθήνα των μνημονιακών χρόνων. Κουκουλοφόροι συγκρούονται με αστυνομικούς, επιχειρήσεις καταστρέφονται και άνθρωποι που αγωνίζονται να ζήσουν από τη δουλειά τους ανακαλύπτουν ότι κάποιος κατέστρεψε μέσα σε λίγα λεπτά όσα έχτιζαν επί χρόνια. Το γεγονός ότι ένας άνθρωπος διαδηλώνει κατά της φτώχειας δεν δίνει σε κανέναν το δικαίωμα να του κάψει το κατάστημα.
Ο πρόεδρος Μακρόν και η γαλλική κυβέρνηση καταδίκασαν τη βία. Κυβερνητικά στελέχη απέδωσαν σημαντικό μέρος της δράσης σε ομάδες της άκρας Αριστεράς και σε εγκληματίες που εκμεταλλεύτηκαν τις συγκεντρώσεις. Ακολούθησαν χιλιάδες συλλήψεις και τοπικές απαγορεύσεις κυκλοφορίας. Η κοινωνική δυσαρέσκεια που είχε οδηγήσει εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους στους δρόμους άρχισε να συζητείται παράλληλα με την ανάγκη αυστηρότερης αστυνόμευσης.
Στη Γαλλία του 2026 οι εικόνες ξυπνούν μνήμες από την Ελλάδα των Μνημονίων. Σε βίντεο που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο, άνδρες με μαύρες στολές, κράνη και προστατευτικό εξοπλισμό εμφανίζονται μπροστά σε παραβιασμένο κατάστημα, να σηκώνουν και να μεταφέρουν αντικείμενα. Σε άλλο καταγεγραμμένο περιστατικό, αστυνομικοί στέκονται απέναντι από κατάστημα που λεηλατείται, χωρίς να επεμβαίνουν εκείνη τη στιγμή. Ποιοι δίνουν τις εντολές και ποιος αποφασίζει πότε θα επέμβει η αστυνομία; Την ώρα που οι κυβερνήσεις καταγγέλλουν τους κουκουλοφόρους ως απειλή για τη δημόσια τάξη, οι ίδιες οφείλουν να εξηγήσουν τι κάνουν οι δικές τους δυνάμεις μπροστά στις κάμερες. Γιατί οι πολίτες που κατεβαίνουν στους δρόμους για τη φτώχεια έχουν κάθε δικαίωμα να γνωρίζουν ποιοι προκαλούν τα επεισόδια, ποιοι τα ανέχονται και ποιοι αποφασίζουν τελικά ότι η απάντηση είναι περισσότερη καταστολή και λιγότερη ελευθερία στη διαδήλωση.
Οι ομοιότητες όμως επιτρέπουν ένα εύλογο ερευνητικό ερώτημα. Ποιοι είναι οι άνθρωποι που προκαλούν τα επεισόδια, πώς δρουν, ποια σχέση έχουν με οργανωμένες ομάδες και τι γνωρίζουν οι αρχές για αυτούς; Αν υπήρξαν περιπτώσεις αστυνομικής ανοχής ή συμμετοχής στην κλιμάκωση, αυτές οφείλουν να ερευνηθούν. Η επίκληση της δημόσιας ασφάλειας δεν μπορεί να λειτουργεί ως ασπίδα απέναντι στη λογοδοσία.
Στη Γαλλία υπήρχε ήδη η εμπειρία των Κίτρινων Γιλέκων και η μακρά αντιπαράθεση για τη χρήση αστυνομικών όπλων εναντίον διαδηλωτών. Η Ιταλία και η Αλβανία αντιμετωπίζουν επίσης κοινωνικές κινητοποιήσεις και πολιτικές εντάσεις, έστω και με διαφορετικά αίτια. Δεν έχουμε στοιχεία που να συνδέουν οργανωτικά τις ταραχές αυτών των χωρών. Το κοινό τους χαρακτηριστικό είναι ότι εκδηλώνονται σε μια Ευρώπη όπου οι κοινωνικές ανάγκες ανταγωνίζονται πλέον όλο και ακριβότερες προτεραιότητες ασφάλειας.
Εδώ η ελληνική εμπειρία αποκτά μια δεύτερη σημασία.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση ανακοίνωσε το σχέδιο ReArm Europe, με στόχο την κινητοποίηση έως 800 δισεκατομμυρίων ευρώ για αμυντικές επενδύσεις μέχρι το 2030. Το ποσό δεν είναι ένας ενιαίος προϋπολογισμός που έχει ήδη εκταμιευθεί. Περιλαμβάνει πρόσθετο δημοσιονομικό περιθώριο για τα κράτη, ευρωπαϊκά δάνεια και άλλες επενδύσεις. Παραμένει όμως τεράστιο, ιδιαίτερα όταν συγκριθεί με τις συζητήσεις των τελευταίων ετών για το κόστος των κοινωνικών δαπανών.
Τον Απρίλιο του 2026 εγκρίθηκε επιπλέον ευρωπαϊκό δάνειο 90 δισεκατομμυρίων ευρώ για την Ουκρανία, με τα 60 δισεκατομμύρια να προορίζονται για αμυντικές ανάγκες και τα υπόλοιπα για δημοσιονομική υποστήριξη.
Η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022 και οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επικαλούνται την ανάγκη να στηριχθεί η ουκρανική άμυνα και να αποτραπεί μια ευρύτερη στρατιωτική απειλή. Αυτή είναι η επίσημη αιτιολόγηση των αποφάσεων. Η συζήτηση όμως για την ασφάλεια δεν εξαφανίζει τις οικονομικές τους συνέπειες, ούτε απαλλάσσει τους πολίτες από την ανάγκη να γνωρίζουν το κόστος και τη διάρκειά τους.
Η ευρωπαϊκή οικονομία κουβαλά ήδη το βάρος μιας ενεργειακής ανατροπής. Για δεκαετίες η Γερμανία και άλλες χώρες είχαν στηρίξει σημαντικό μέρος της βιομηχανικής παραγωγής τους στις εισαγωγές ρωσικού φυσικού αερίου. Η εξάρτηση αυτή αποδείχθηκε στρατηγικά επικίνδυνη. Μετά την εισβολή στην Ουκρανία, οι μειώσεις των ρωσικών ροών, οι κυρώσεις και η ανάγκη αναζήτησης εναλλακτικών προμηθευτών προκάλεσαν μεγάλες αναταράξεις.
Τον Σεπτέμβριο του 2022 ανατινάχθηκαν οι αγωγοί Nord Stream. Τον Οκτώβριο του 2026 άρχισε στη Γερμανία η δίκη πρώην Ουκρανού αξιωματικού, ο οποίος κατηγορείται ότι συντόνισε τη δολιοφθορά. Οι γερμανικές εισαγγελικές αρχές έχουν διατυπώσει συγκεκριμένο κατηγορητήριο, αλλά η δικαστική διαδικασία δεν έχει ολοκληρωθεί.
Η Ευρώπη στράφηκε σε μεγάλο βαθμό στο υγροποιημένο φυσικό αέριο, μεταξύ άλλων από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η αντικατάσταση του ρωσικού αερίου με νέες προμήθειες απαιτούσε τερματικούς σταθμούς, νέες υποδομές και δαπανηρές προσαρμογές. Ορισμένες επιχειρήσεις βρέθηκαν αντιμέτωπες με ενεργειακές τιμές που περιόριζαν δραστικά την ανταγωνιστικότητά τους.
Παράλληλα προχωρούσε η περίφημη πράσινη μετάβαση, με μια Ευρώπη που είχε αναγάγει την ενεργειακή πολιτική σε πεδίο ιδεολογικών εμμονών και πανάκριβων πειραματισμών. Την ώρα που η βιομηχανία της έχανε το πλεονέκτημα της φθηνής ενέργειας, οι κυβερνήσεις επέβαλλαν νέες υποχρεώσεις, επενδύσεις και επιβαρύνσεις, χωρίς να έχουν εξασφαλίσει προηγουμένως επαρκείς και οικονομικά προσιτές εναλλακτικές λύσεις.
Και για να συμπληρωθεί το θέατρο του παραλόγου, ο Ευρωπαίος πολίτης έμαθε να παλεύει με τα κολλημένα καπάκια στα πλαστικά μπουκάλια, να πληρώνει σακούλες, να πίνει καφέ από χάρτινα ποτήρια με πλαστική επίστρωση και να υπομένει μια ατελείωτη σειρά από καθημερινές μικρορυθμίσεις στο όνομα της σωτηρίας του πλανήτη. Μέτρα με διαφορετική περιβαλλοντική χρησιμότητα παρουσιάζονταν ως μεγάλες κατακτήσεις, την ώρα που τα ουσιαστικά προβλήματα της ενεργειακής εξάρτησης, του κόστους παραγωγής και της βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας παρέμεναν άλυτα. Η Ευρώπη ασχολούνταν με το αν θα αποχωρίζεται το καπάκι από το μπουκάλι, ενώ έχανε τη φθηνή ενέργεια που κρατούσε όρθια τη βιομηχανία της. Και τώρα, αφού φόρτωσε στην κοινωνία το κόστος των ενεργειακών της επιλογών, ετοιμάζεται να της παρουσιάσει και τον λογαριασμό των εξοπλισμών.
Η ειρωνεία είναι ότι η Ευρώπη, η οποία επί χρόνια επέβαλλε αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία, δημιουργεί τώρα ειδικές δυνατότητες αύξησης των κρατικών δαπανών για αμυντικούς σκοπούς. Αυτό μπορεί να δικαιολογείται από τις ανάγκες ασφάλειας. Παραμένει όμως πολιτική επιλογή με συνέπειες που δικαιούνται να συζητήσουν οι κοινωνίες.
Οι συνταξιούχοι που περιμένουν αυξήσεις, οι εργαζόμενοι που ζητούν καλύτερους μισθούς και οι γονείς που διαμαρτύρονται για τα σχολεία δεν εξαφανίζονται επειδή η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσιεύει μια νέα αμυντική στρατηγική. Οι στρατιωτικές δαπάνες έχουν πραγματικούς οικονομικούς αποδέκτες, δημόσιους και ιδιωτικούς, όπως και οι κοινωνικές δαπάνες. Η επιλογή ανάμεσά τους, η συμπληρωματικότητά τους και ο τρόπος χρηματοδότησής τους αποτελούν πολιτικά ζητήματα πρώτης τάξεως.
Τι θα συμβεί, λοιπόν, αν οι ευρωπαϊκές κοινωνίες αρνηθούν να αποδεχθούν τις συγκεκριμένες οικονομικές θυσίες; Αν εκατομμύρια πολίτες βγουν στους δρόμους απαιτώντας διαφορετική κατανομή του δημόσιου χρήματος ή καταγγέλλοντας την προοπτική μιας άμεσης στρατιωτικής αντιπαράθεσης με τη Ρωσία;
Η Ευρώπη δεν βρίσκεται ακόμη σε άμεσο πόλεμο με τη Ρωσία, ακροβατεί όμως επικίνδυνα στα όριά του. Χρηματοδοτεί και εξοπλίζει την Ουκρανία, παρέχει στρατιωτική εκπαίδευση και πληροφοριακή υποστήριξη, συμμετέχοντας έμμεσα στη σύγκρουση με τη Μόσχα. Η Ουκρανία πολεμά για τη δική της επιβίωση, λειτουργεί όμως ταυτόχρονα και ως πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ Ρωσίας και Δύσης, με χαρακτηριστικά πολέμου δι’ αντιπροσώπων (proxy war). Όσο αυξάνεται αυτή η εμπλοκή, τόσο στενεύουν τα περιθώρια ανάμεσα στη στρατιωτική υποστήριξη και στην άμεση αναμέτρηση. Κι ενώ οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ζητούν από τους πολίτες να χρηματοδοτήσουν μια ολοένα ακριβότερη πολεμική προετοιμασία, παραμένει ανοιχτό το ερώτημα μέχρι πού σκοπεύουν να φτάσουν και ποιος θα αποφασίσει τελικά το όριο.
Υπάρχει, επίσης, ουσιαστική νομική διαφορά ανάμεσα στους περιορισμούς των δημόσιων συναθροίσεων και στην επιβολή στρατιωτικού νόμου. Οι τοπικές απαγορεύσεις κυκλοφορίας στη Γαλλία, οι αστυνομικές διαλύσεις διαδηλώσεων και το ελληνικό νομοθετικό πλαίσιο δεν συνιστούν από μόνα τους στρατιωτικό νόμο. Μια τέτοια κατάσταση προϋποθέτει διαφορετικές, εξαιρετικές συνταγματικές και κρατικές διαδικασίες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να περιμένει κανείς την επίσημη αναστολή συνταγματικών ελευθεριών για να εξετάσει αν περιορίζεται η δυνατότητα δημόσιας διαμαρτυρίας. Μια συγκέντρωση μπορεί να αποθαρρυνθεί από τον φόβο της βίας, από δυσανάλογες αστυνομικές επεμβάσεις, από υπερβολικές διοικητικές απαιτήσεις ή από την απειλή ποινικών κυρώσεων. Η σωρευτική επίδραση τέτοιων πρακτικών έχει μεγαλύτερη σημασία από την ετικέτα που τους δίνει κάθε κυβέρνηση.
Υπάρχει ένας λόγος που αξίζει να ερευνηθεί σοβαρά η πιθανότητα προβοκάτσιας στις μεγάλες κοινωνικές κινητοποιήσεις. Τα επεισόδια προσφέρουν εικόνες τις οποίες μπορεί να αξιοποιήσει οποιαδήποτε εξουσία για να παρουσιάσει αυστηρότερα μέτρα ως αναγκαία προστασία των πολιτών. Αυτό δεν αποδεικνύει ότι η ίδια προκάλεσε τα επεισόδια. Αποδεικνύει όμως την ανάγκη ανεξάρτητου ελέγχου των αστυνομικών επιχειρήσεων και των πραγματικών δραστών, ιδίως όταν δημοσιοποιούνται στοιχεία που γεννούν υπόνοιες ανοχής ή συνεργασίας.
Η ελληνική ιστορία από το 2008 μέχρι σήμερα περιλαμβάνει σχεδόν ολόκληρο το φάσμα αυτής της προβληματικής. Ένα παιδί δολοφονείται και ακολουθούν ταραχές. Μια κοινωνία αντιδρά στα Μνημόνια και το Κοινοβούλιο χρειάζεται ισχυρότατη αστυνομική προστασία. Τρεις εργαζόμενοι πεθαίνουν από εγκληματικό εμπρησμό. Χιλιάδες πολίτες εισπνέουν δακρυγόνα.
Φωτογραφίες και βίντεο προκαλούν καταγγελίες για αστυνομική συνεργασία με κουκουλοφόρους. Πολιτικοί υπόσχονται να αποκαλύψουν τους υπεύθυνους. Χρόνια αργότερα ψηφίζονται αυστηρότερες διατάξεις για τις συγκεντρώσεις και διεθνείς οργανώσεις εξακολουθούν να καταγγέλλουν αστυνομική αυθαιρεσία.
Οι κοινωνίες της Γαλλίας, της Ιταλίας και της υπόλοιπης Ευρώπης έχουν κάθε λόγο να μελετήσουν όσα συνέβησαν στην Ελλάδα από το 2008 και μετά. Να θυμηθούν πώς οι μαζικές διαδηλώσεις πνίγονταν στα δακρυγόνα, πώς οι κουκουλοφόροι και οι καταστροφές μονοπωλούσαν την επικαιρότητα, πώς τα αιτήματα εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών χάνονταν πίσω από τις εικόνες των επεισοδίων και πώς, τελικά, η νομοθεσία για τις συγκεντρώσεις έγινε αυστηρότερη. Να παρατηρήσουν τη διαδρομή από την κοινωνική αγανάκτηση στην αστυνομική καταστολή και από εκεί στους περιορισμούς των διαδηλώσεων.
Γιατί αυτά που έζησαν οι Έλληνες στα χρόνια των Μνημονίων μπορεί να αποτελούν μια προειδοποίηση για όσα ενδέχεται να αντιμετωπίσουν οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι, όταν οι οικονομικές θυσίες για τον επανεξοπλισμό και την πολεμική προετοιμασία αρχίσουν να προκαλούν ακόμη μεγαλύτερες κοινωνικές αντιδράσεις.
Η Ευρώπη ετοιμάζεται για μια περίοδο κατά την οποία οι πολίτες της θα κληθούν να πληρώσουν έναν λογαριασμό που συνεχώς μεγαλώνει. Εκατοντάδες δισεκατομμύρια για εξοπλισμούς, διαρκής χρηματοδότηση της Ουκρανίας, πανάκριβη ενέργεια και οικονομίες που ήδη δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις ανάγκες των κοινωνιών τους. Όσο μεγαλύτερο μέρος των δημόσιων πόρων κατευθύνεται στην πολεμική προετοιμασία, τόσο εντονότερη μπορεί να γίνει η σύγκρουση για όσα απομένουν στην υγεία, στην παιδεία, στις συντάξεις και στους μισθούς.
Και όταν οι Ευρωπαίοι αρχίσουν να κατεβαίνουν μαζικά στους δρόμους αρνούμενοι να επωμιστούν άλλο αυτό το κόστος, οι κυβερνήσεις θα βρεθούν μπροστά σε μια γνώριμη κατάσταση.
Στην Ελλάδα των Μνημονίων είδαμε πόσο εύκολα η συζήτηση για την οικονομική εξαθλίωση μεταφερόταν στις σπασμένες βιτρίνες, στους κουκουλοφόρους και στην ανάγκη επιβολής της τάξης. Είδαμε επίσης πόσο εύκολα τα δακρυγόνα μπορούσαν να διαλύσουν μια συγκέντρωση στην οποία συμμετείχαν χιλιάδες ειρηνικοί πολίτες.
Αυτό ακριβώς πρέπει να έχουν κατά νου οι ευρωπαϊκές κοινωνίες. Υπάρχει ο κίνδυνος η αντίδρασή τους στις πολιτικές του επανεξοπλισμού να αντιμετωπιστεί πρωτίστως ως πρόβλημα ασφαλείας. Και αν οι εικόνες των επεισοδίων χρησιμοποιηθούν ξανά ως επιχείρημα για αυστηρότερες απαγορεύσεις, η συζήτηση για το ποιος αποφάσισε τις θυσίες, ποιος τις πληρώνει και ποιος ωφελείται από αυτές θα περάσει σε δεύτερη μοίρα. Η ελληνική εμπειρία δείχνει πού μπορεί να οδηγήσει αυτή η διαδρομή.
Το αν θα επαναληφθεί στην υπόλοιπη Ευρώπη εξαρτάται και από το αν οι πολίτες θα αναγνωρίσουν εγκαίρως τον κίνδυνο που κάποιοι θα μπορούσαν πονηρά να εκμεταλλευθούν τις σημερινές συγκεντρώσεις για να περάσουν νόμους καταστολής ακόμα και ειρηνικών διαμαρτυριών.
Από την Αθήνα του 2008 έως το Παρίσι του 2026, οι εικόνες των κουκουλοφόρων και των αστυνομικών επανέρχονται. Οι κοινωνικές συνθήκες αλλάζουν, οι κυβερνήσεις εναλλάσσονται και τα αιτήματα διαφέρουν. Η ανάγκη να γνωρίζουμε ποιος ασκεί βία και ποιος ασκεί εξουσία παραμένει η ίδια.
Μπροστά στην πιθανότητα μιας παρατεταμένης ευρωπαϊκής στρατιωτικής κινητοποίησης, η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Οι πολίτες μπορεί να κληθούν να αποδεχθούν σημαντικές αλλαγές στην οικονομία και στην καθημερινή τους ζωή. Θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να τις συζητήσουν, να τις αμφισβητήσουν και να διαδηλώσουν εναντίον τους χωρίς να χρειάζεται προηγουμένως να αποδείξουν ότι δεν είναι υπεύθυνοι για κάθε κουκουλοφόρο που εμφανίστηκε στον ίδιο δρόμο.
Το 2012 ο Αντώνης Σαμαράς υποσχέθηκε ότι θα κατεβάσει τις κουκούλες και θα αποκαλύψει όσους κρύβονταν πίσω τους. Η υπόσχεση εκείνη προσφέρεται ακόμη ως αφετηρία μιας δημοσιογραφικής έρευνας που δεν θα σταματά στην ταυτότητα μερικών δραστών, αλλά θα εξετάζει τις σχέσεις κράτους, αστυνομίας, πολιτικής εξουσίας και κοινωνικής διαμαρτυρίας.
Γιατί ο πολίτης που βρίσκεται σήμερα απέναντι σε μια διμοιρία αστυνομικών, είτε στην Αθήνα είτε στο Παρίσι, έχει το δικαίωμα να γνωρίζει αν προστατεύεται από τη βία ή αν η δική του παρουσία αντιμετωπίζεται ως μέρος του προβλήματος.
Και όταν εκείνος ο πολίτης καλείται να πληρώσει το κόστος της ευρωπαϊκής ασφάλειας, η δυνατότητά του να διαφωνήσει ειρηνικά με τις αποφάσεις που λαμβάνονται στο όνομά του δεν είναι μια ασήμαντη λεπτομέρεια της δημόσιας τάξης. Είναι μέρος της δημοκρατικής νομιμοποίησής τους.
Σχολιάστε το άρθρο μας
Αναδημοσιεύστε το ΠΑΝΤΑ με ενεργό link της πηγής.
Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου. To ιστολόγιο μας δεν υιοθετεί τις απόψεις των αρθρογράφων, ούτε ταυτίζεται με τα θέματα που αναδημοσιεύει από άλλες ενημερωτικές ιστοσελίδες και δεν ευθύνεται για την εγκυρότητα, την αξιοπιστία και το περιεχόμενό τους.
Ακολουθήστε το ellinikiafipnisis.com
στο Facebook…
στο Twitter
στο Viber
στο Telegram
στο GAB…
κοινοποιήστε το και στους φίλους σας!
Discover more from Ελλήνων Αφύπνιση
Subscribe to get the latest posts sent to your email.

